ΑΠΕΡΓΙΑ: Παραμένει ακόμη αποτελεσματική;

Στις 17 Μαΐου 2017, πραγματοποιήθηκε ακόμη μια απεργία με ισχνή συμμετοχή και παρουσία στις κινητοποιήσεις, δεδομένου ότι την ίδια ώρα στο κοινοβούλιο ψηφιζόταν ακόμη ένα «μνημόνιο», στο οποίο περιλαμβάνεται μια σειρά μέτρων που σπρώχνουν ακόμη περισσότερους ανθρώπους στα όρια της φτώχειας και εξαθλίωσης, εντείνοντας τις συνθήκες απόγνωσης για μεγάλα κομμάτια πληθυσμού.

Και όμως, παρ’ ότι οι συνθήκες και φαίνονται και είναι τραγικές για πάρα πολλούς ανθρώπους, μια νηνεμία απλώνεται στον ελλαδικό ουρανό. Ασφαλώς και πιστεύουμε ότι αυτή η κατάσταση δεν θα είναι εσαεί σταθερή, αλλά θα μεταβληθεί σε καταιγίδα, που πιστεύουμε να είναι προς την απελευθερωτική προοπτική. Διότι καταστάσεις νηνεμίας και καταιγίδας πάντα υπήρχαν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, όμως η απελευθερωτική προοπτική είναι το ζητούμενο και όχι μια εξεγερτική/επαναστατική μεταβολή της εξουσιαστικής διαχείρισης. Σημασία δεν έχει η αλλαγή σκυτάλης, αλλά η κατάργηση αυτής.

Οφείλουμε να πούμε ότι κατά τα πρώτα χρόνια μνημονιακών κυβερνήσεων οι γενικές απεργίες και διαδηλώσεις είχαν τα στοιχεία του όγκου και της σύγκρουσης από μεγάλα και μη ομοιόμορφα τμήματα συμμετεχόντων. Αυτά τα στοιχεία εξαφανίστηκαν μονομιάς με την έλευση της κυβέρνησης Σύριζα/ανελ, διότι ουσιαστικά οι συγκεκριμένοι κυβερνητικοί εταίροι καρπώθηκαν εκλογικά τις αντι-μνημονιακές διαδηλώσεις (όπως επίσης και η Χρυσή Αυγή) και για το πρώτο χρονικό διάστημα υπήρχε, θεωρητικά, κατάσταση αναμονής του καινούργιου.

Ισχύει αυτό το τελευταίο; Ότι δηλαδή οι ψηφοφόροι έδωσαν χρόνο στην κυβέρνηση για να δείξει το έργο της και εν συνεχεία θα κινούνταν ανάλογα, μια συμπεριφορά αντίστοιχη με τη πρώτη κυβέρνηση Πασόκ, το 1981; Θεωρούμε πως η συγκεκριμένη μετεκλογική συμπεριφορά του ψηφοφόρου πελάτη δείχνει και ενέχει στοιχεία ολοκληρωτικής εναπόθεσης των ελπίδων του σε κομματικούς σχηματισμούς προ, εκλογικά και (βραχυπρόθεσμα) μετεκλογικά.

Ποιό είναι το επόμενο στάδιο συμπεριφοράς για κάποιον που λειτουργεί αντιπροσωπευτικά και εκχωρεί σε τρίτους τις «ελπίδες» του; Η παραίτηση. Πιστεύουμε ότι διανύουμε αυτήν την περίοδο, το διάστημα της παραίτησης, για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Είναι μια λογική συνθήκη εξέλιξης των πραγμάτων, από τη στιγμή που αρκετοί πείσθηκαν, αλλά γελάστηκαν από τους εξουσιαστές, τόσο με τις κοινοβουλευτικές εκλογές όσο και με το δημοψήφισμα.

Εννοείται πως υπάρχει ένα κομμάτι νέων κομματόσκυλων που σιτίζονται όχι άμεσα από το κράτος, αλλά έμμεσα μέσω των ΜΚΟ και ιδιωτικών εταιρειών που λαμβάνουν δημόσια έργα. Οι συγκεκριμένοι, μαζί με τα παλιά και νέα τζάκια επιχειρηματιών στρώνουν τη νέα «εποχή».

Αυτή η ψυχολογική κατάσταση της παραίτησης ισχύει, εν πολλοίς, για το τμήμα των ψηφοφόρων που συμμετείχαν στις τελευταίες εκλογικές παραστάσεις. Τί συμβαίνει, όμως, με εκείνο το κομμάτι των ανθρώπων που δεν αποτελούν εκλογικό σώμα και όπως καταγράφεται τα τελευταία χρόνια συνεχώς διευρύνεται και μεγαλώνει; Θα υπάρχουν ομοιότητες με άλλα «δυτικά» κράτη που η συμμετοχή είναι είτε μειοψηφική είτε κοντά στο 50-60% αλλά η γενικότερη κοινωνική στάση και δράση είναι ήπιας μορφής;

Ανεξαρτήτως με τα στοιχεία και τα κριτήρια τα οποία θα υπερισχύσουν στη προκείμενη συμπεριφορά, θεωρείται τουλάχιστον στρεβλή η νηνεμία που επικρατεί στον αντί-εκλογικό/αντί-εξουσιαστικό χώρο στον ελλαδικό χώρο. Μια στρεβλότητα που όσο περνάει ο καιρός γίνεται περισσότερο αντιληπτή από ολοένα ευρύτερο αριθμό ανθρώπων. Σε μια περίοδο μεταβολών και αναταράξεων πιστεύουμε πως πρέπει να επανεξετάσουμε και αναλύσουμε παλαιότερους τρόπους δράσης και στάσης, που σήμερα φαντάζουν αναποτελεσματικοί στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Πόσα στοιχεία διατηρεί η απεργία σήμερα με εκείνα του προηγούμενου αιώνα; Είναι ίδια τα χαρακτηριστικά της και η αποτελεσματικότητα της; Το κόστος για κράτος και κεφάλαιο παραμένει στα ίδια επίπεδα;

Ένα από τα βασικά και κυριότερα χαρακτηριστικά της δομής του Κράτους είναι ο ελιγμός του και η προσαρμογή του σε νέες συνθήκες. Όσοι πιστεύουν ότι το Κράτος είναι ένας μηχανισμός βραδυκίνητος και αναποτελεσματικός, ίσως θα πρέπει να επανεξετάσουν την οπτική τους. Επιλέγει να εμφανίζεται αργό και αναποτελεσματικό στους φτωχοδιάβολους διότι, στους τομείς και για τους επιχειρηματίες που το ενδιαφέρει, η δουλειά τρέχει είτε με fast track είτε με πακέτο Γιούνκερ. Γι’ αυτό το λόγο οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι οφείλουν να το αιφνιδιάζουν συνεχώς και να είναι ει δυνατό απροετοίμαστο, ώστε ο χρόνος να λειτουργεί υπέρ τους έως ότου το κράτος να ανασυνταχθεί και να επιτεθεί.

Πρόσφατα είδαμε τον τρόπο, με τον οποίο το κράτος αντέδρασε άμεσα και «πέρασε» τους πλειστηριασμούς σε ηλεκτρονικές διαδικτυακές πλατφόρμες. Ξεπερνώντας έτσι τις αντιδράσεις και τις ακυρώσεις αυτών. Τράπεζες επέβαλαν την έναρξη και εκτέλεση των πλειστηριασμών και το κράτος διαχειρίστηκε γρήγορα το πρόβλημά τους. Αντίστοιχα μορφές δράσης, οι οποίες ήταν αποτελεσματικές κατά τα προηγούμενα χρόνια δεν σημαίνει ότι παραμένουν ακόμη αποτελεσματικές. Διότι το κράτος έχει ανασυνταχθεί και πρακτικά και θεωρητικά. Σε αυτό το σημείο ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Ένας μεταλλωρύχος, κάτοικος της ελλαδικής επαρχίας πριν από 100 χρόνια είχε μια απλή και λιτή διαβίωση, χωρίς εξάρτηση από τις τράπεζες και τις εταιρείες ενέργειας, αφού ουσιαστικά υπήρχε ένα μη καταναλωτικό μοντέλο. Νταραβέρι είχε με το κράτος μέσω των φόρων (ασφαλιστικές εισφορές δεν υπήρχαν ακόμη) και του αφεντικού. Απλές και ξεκάθαρες σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Η απόφασή του να απεργήσει είχε άμεση αρνητική επίδραση πρωταρχικά στον κεφαλαιούχο και επί πλέον στην κυβέρνηση. Όταν τα πράγματα έφταναν σε οριακό σημείο τότε ο στρατός και η αστυνομία καλούνταν να επέμβουν. Και πάλι, όμως, οι απεργοί ήταν διατεθειμένοι να μην υποχωρήσουν. Δεν είχαν υποθήκες, τα σπίτια τους, ήταν πολλές φορές πλιθόσπιτα και αυτοκίνητο δεν υπήρχε ακόμη. Τα φαντασιακά και καταναλωτικά πρότυπα, που ακολούθησαν, ουσιαστικά αλλοίωσαν τον τρόπο ζωής και ο κομματικός συνδικαλισμός ανέλαβε δράση. Τέτοια, λοιπόν, αμέτρητα παραδείγματα είχαμε όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο (Σέριφος, Λαύριο κ.ά.) αλλά και σε άλλες χώρες.

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι εκείνη της απεργίας στο Λαντλάου του Κολοράντο στις αρχές του 20ου αι. με τη συμμετοχή και ελληνικής καταγωγής μεταναστών. Το αμερικάνικο κεφάλαιο εξ αρχής δεν είχε θέματα κινητικότητας εργατών αντίθετα υπήρχαν ομάδες μεταναστών που λειτουργούσαν ως απεργοσπάστες σε εργοστάσια από περιοχή σε περιοχή. Μια τέτοια «εθνική» ομάδα στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν και η ελληνική. Απεργοσπάστες έλληνες λειτουργούσαν ως τσιράκια της εργοδοσίας και μετέβαιναν ως «μπράβοι-απεργοσπάστες» όπου τους καλούσαν.

Η συγκεκριμένη δράση των ελλήνων ασφαλώς και δεν ήταν καθολική, ήταν όμως σημαντικό ποσοστό εκείνων που λειτουργούσαν με αυτό τον τρόπο. Στον αντίποδα και στην απεργία του Λάντλοου έγινε γνωστός ο Λούης Τίκας από τη Κρήτη. Η απεργία άρχισε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1913, με πρωτοβουλία του συνδικάτου και με αιτήματα υψηλότερους μισθούς, ασφαλείς συνθήκες εργασίας, οκτάωρο και το δικαίωμα να ζουν εκτός των εταιρικών οικισμών.

Το σώμα της εθνοφρουράς και ο ιδιωτικός στρατός των βιομηχάνων (Ροκφέλερ κ.ά.) πίεζαν τους απεργούς και τις οικογένειες τους. Έχουμε φτάσει Απρίλιο του 1914 και οι απεργοί δεν υποχωρούν, η σύγκρουση φαίνεται προδιαγεγραμμένη. Ο στρατός –κρατικός και ιδιωτικός– εισβάλλει στον καταυλισμό, οι απεργοί αμύνονται ένοπλα, αλλά η μάχη είναι άνιση. Δολοφονείται ο Τίκας, απεργοί, γυναίκες και παιδιά. Για δέκα ημέρες πραγματοποιούνται εξεγέρσεις σε διαφορά σημεία της πολιτείας και μετά επιστροφή στη «κανονικότητα» όπως το αμερικάνικο κράτος και κεφάλαιο την είχαν ορίσει.

Παρόμοια περιστατικά συναντάμε σε διάφορα σημεία του πλανήτη, άλλωστε η απεργία έχει μια μακρά πορεία στην ανθρώπινη ιστορία. Από την πρώτη καταγεγραμμένη στην αρχαία Αίγυπτο το 1152 πχχ, ενάντια στη Δυναστεία του Φαραώ Ραμσή μέχρι τη σύγχρονη εποχή της βιομηχανικής περιόδου.

Από το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου διαβάζουμε για τις πρώτες απεργίες που πραγματοποιήθηκαν στον ελλαδικό χώρο στην ακμάζουσα βιομηχανικά Ερμούπολη Σύρου: «Η συριανή εφημερίδα «Πατρίς» γράφει: «Έν βήμα έτι προς την πρόοδον! Έχομεν εν Σύρω απεργίαν τετρακοσίων περίπου εργατών. Το Ναυπηγείον αργεί». Η πρώτη αυτή απεργία στάθηκε νικηφόρα αλλά όχι για πολύ: οι εργοδότες υποχώρησαν αλλά στα κρυφά έφεραν εργάτες από άλλα νησιά και ένα μήνα αργότερα πάτησαν το λόγο τους. Η δεύτερη απεργία, των εργατών των βυρσοδεψείων, είχε αιτήματα: α) να αυξηθούν οι μισθοί για να αντισταθμιστεί η υποτίμηση, και β) να πληρώνονται σε γερό νόμισμα (πληρώνονταν σε ρώσικο νόμισμα, που είχε μόλις υποτιμηθεί), γ) να καταργηθεί η κουτουράδα ( = κατ’ αποκοπή εργασία), δ) να ισοκατανέμεται η δουλειά ώστε να μη μένουν κάποιοι άνεργοι, ε) να μειωθούν οι ώρες εργασίας (ήταν 12ωρο) και στ) να καταργηθεί η δίωρη υποχρεωτική απλήρωτη εργασία της Κυριακής. Η απεργία αυτή ήταν πολύ μαχητική, κάποιοι απεργοσπάστες έφαγαν γερό ξύλο, η αστυνομία έκανε επέμβαση, τελικά όμως οι εργοδότες υποχώρησαν στα περισσότερα αιτήματα». Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι οι πρακτικές αντίδρασης, όπως η μεταφορά εργατών-απεργοσπαστών, είναι πανομοιότυπες είτε αναφερόμαστε στις ΗΠΑ είτε στην Ελλάδα.

Όμως, το ζήτημα δεν είναι τί και με ποιούς τρόπους αντιδρά κράτος και κεφάλαιο, αλλά το πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις επιλογές τους μέχρι την οριστική κατάργησή τους. Φαίνεται ότι το όπλο της απεργίας βρίσκεται σε ένα σημείο επανεξέτασης. Όχι τόσο γιατί είναι αναποτελεσματικό ως μέσο όταν χρησιμοποιείται σωστά, αλλά επειδή τα σημερινά –ποσοτικά και ποιοτικά– δεδομένα δεν την ευνοούν.

Διότι, η υψηλή ανεργία και η συμπίεση μισθών, ταυτόχρονα με την κυριαρχία αντιλήψεων και απόψεων, που τάσσονται ή στέκονται εντός ή παράλληλα με το κράτος αποδυναμώνουν αυτές τις πρακτικές. Όταν κάποιος ζει με το φόβο και την ανασφάλεια και έχει ως στόχο την διακράτηση τής όποιας ιδιοκτησίας και πλούτου κατέχει και όχι να οικοδομήσει κάτι καινούργιο και διαφορετικό, τότε οι συμπεριφορές και οι πράξεις έχουν ταβάνι και όρια. Τα όποια όρια τα γνωρίζουν σαφώς οι κρατούντες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν φυσικά τα όρια της αλαζονείας τους, η οποία είναι πολλές φορές αυτή που τους ρίχνει από το βάθρο. Παραίτηση, φόβος και ανασφάλειά διαμορφώνουν το κράμα της περιχαράκωσης και της αναποτελεσματικότητας που όλα εμφανίζονται ως μάταια.

Ας κλείσουμε, λοιπόν, με λίγα λόγια του «Άγιου Άλαν» (ένας είναι ο Άλαν Γκρήνσπαν) όταν περιέγραφε στο αμερικάνικο Κογκρέσο την επιτυχία της αμερικάνικης οικονομίας επί Κλίντον, πριν τη κατάρρευση της Lehman Brothers και λοιπών τραπεζικών ιδρυμάτων. «Η επιτυχία της ακμάζουσας οικονομίας οφειλόταν σε μεγάλο ποσοστό και στην έννοια της «αυξανόμενης εργασιακής ανασφάλειας». Αν οι εργαζόμενοι νιώθουν ανασφάλεια, ζώντας σε επισφαλείς συνθήκες, τότε δεν πρόκειται να ξεκινήσουν διεκδικήσεις για καλό μισθό ή επιδόματα». Και έχει πολλούς «αγίους» και εδώ στας ευρώπας, όπως και ποίμνιο αλλά… και απίστους.

Συνεπώς, αν θέλουμε να πετύχουμε κάτι ουσιαστικότερο για τις ζωές όλων, θα πρέπει να κατανικήσουμε πρώτα το φόβο και την ανασφάλεια που μας περιβάλει. Ύστερα, τα λάθη του παρελθόντος και η συσσωρευμένη εμπειρία μπορούν να μας βοηθήσουν ώστε η ενεργητικότητά μας να διοχετευτεί και να πορευτεί προς ανεξούσια και πραγματικά ελεύθερα μονοπάτια.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 172, Ιούνιος 2017

ΠΗΓΗ

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;

Γίνεται ο πρώτος που θα σχολιάσει στο άρθρο "ΑΠΕΡΓΙΑ: Παραμένει ακόμη αποτελεσματική;"

Αφήστε ένα σχόλιο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.


*


Πατήστε για κοινοποίηση
Κρύψε την κοινοποίηση
Scroll Up