Θεσσαλονίκη, όπως λέμε… Βενετία!

Ενθυμούμαι μια φορά, εις τους Παρισίους μάλλον ευρισκόμην, μειράκιον τρυφερόν ακόμη, όπου ο μπάρμπας μου, ο μαρκήσιος ντε λα Φρομάζ με τ’ όνομα, μου ‘λεγε για μιαν πόλη που οι άνθρωποι σουλατσέρνουν, δώθε κείθε, με κάτι μυστήριες βάρκες, που τις λένε γόνδολες. Το όνομά της πόλης αυτής, έλεγε, είναι Βενετία και οι στενές υδάτινες λωρίδες της ονομάζονται κανάλια. Πρόσθεσε επίσης πως τούτη η πόλη είναι κατά κάποιον τρόπο μισοβυθισμένη στα ύδατα της θαλάσσης, τουτέστιν αν δεν γνωρίζεις από κουπί κι από κολύμπι σε τρώνε τα μαύρα ψάρια. Του λέω το λοιπόν κι εγώ, «θα πάμε μπάρμπα ποτές κατά εκεί; Ωραία θα είναι να βολτάρεις με αυτές τις γόνδολες. Άσε και το άλλο, έτσι καταχωνιασμένη στο νερό που είναι, δεν θα έχει και πολλές γάτες. Αυτές μισούνε την υγρασία.». «Μην ανησυχείς», μου λέει. «Θα πάμε μια μέρα. Τι διάβολο αριστοκράτες ποντικοί είμαστε;!». Έλα όμως που ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι, χρόνοι καταραμένοι, ξέπεσε το σόι το αριστοκρατικό, μαζέψαμε τα μπογαλάκια μας από τους υπονόμους των Ηλυσίων Πεδίων κι αριβάραμε εμιγκρέδες στη Νυφίτσα του Θερμαϊκού, να πούμε το τυρί τυράκι, εμείς που αν δεν ήταν πολυτελείας το ροκφόρ το δίναμε πεσκέσι στα μυρμήγκια.

Πέρασαν καλοκαίρια και χειμώνες, πέρασε καιρός πολύς, μα μήτε επιστρέψαμε εις τους Παρισίους, μήτε κομπόδεμα και σερμαγιά βάλαμε στην άκρη. Αλλά αυτό είναι μιαν άλλην λυπητερή ιστορία. Πριν λίγες μέρες, το λοιπόν, καθώς ήμουν αραχτός στην τρύπα μου και διάβαζα την Ποντικοπαγίδα της Αγκάθα Κρίστι, πλακώνουν μαύρα σύννεφα και μέχρι να πεις ένταμ και κατίκι Δομοκού ξεκινά μια καταιγίδα με βροχή και χαλάζι σαν γκαζές. Εντάξει, δεν λέω, έπεσε νερό, όχι αστεία.

Αλλά, να μη χαρώ τα μουστάκια μου αν σας λέω ψέματα, η έντονη βροχόπτωση κράτησε το μέγιστο μισή ώρα. Το τι έγινε όμως δεν περιγράφεται! Βγάζω τη μουσούδα μου να ‘δω και βλέπω χείμαρρους, «ποταμούς» από νερό, λάσπη, ξύλα, σκουπίδια κι ό,τι άλλο βάνει ο νους σας! Και πριν προλάβω να χωθώ και πάλι στο υπόγειο τσαρδί μου, με παίρνουν τα λασπόνερα κι από την Αριστοτέλους με κατεβάζουν ίσια κάτω στον Θερμαϊκό! Για καλή μου τύχη, έτσι όπως είμαι μούσκεμα, βλέπω δίπλα μου ένα καφάσι ξύλινο και μ’ ένα σάλτο που θα ζήλευε και γιαπωνέζος νίντζα-ποντικός πηδάω μέσα του πανωλεθριαμβευτικά.

Και τότε, χαμένος μεταξύ πανικού κι αισιοδοξίας, μου ‘ρχεται στο νου ο σχωρεμένος ο μπάρμπας μου. «Ποια Βενετία και ποιες γόνδολες, ρε μπάρμπα;!», ουρλιάζω. «Που ‘σαι να δεις τον μικρανεψιό σου πώς τιμονάρει το σκαρί του στα νερά!» (το «νερά», όπως ήδη καταλάβατε, είναι σχήμα λόγου). «Αυτό είναι!», σκέφτηκα κι αναθάρρησα, «γονδολιέρης βιρτουόζος εν Θεσσαλονίκη, ο Πόντικας!» κι αρπάζω ένα πλαστικό κουτάλι μιας χρήσεως, που έπλεε ανέμελο παραδίπλα, το κάνω κουπί κι αρχίζω τα τσαλίμια, δεξά-ζερβά, και δώστου κάτι μαγκιές περίτεχνες ιστιοπλοϊκές κατάφερα να βγάλω το καφάσι-πλοιάριό μου στην ασφάλεια μιας «ξέρας», από ανακυκλώσιμα πλαστικά. Φευ!

Τώρα, θα μου πείτε με το δίκιο σας, πώς είναι δυνατόν μια παραθαλάσσια πόλη να πλημμυρίζει σε ελάχιστα λεπτά; Μα, δεν το ξέρετε ότι στη Θεσσαλονίκη τα φρεάτια δεν υφίστανται για να καταλήγουν τα νερά, αλλά χρησιμεύουν μόνον ως παρτέρια; Ο «Άγιος Ιωάννης» Μπουτάρης, ο προστάτης πασών των εναλλακτικών, η δημαρχάρα που «χέστηκε αν έχει σκοτώσει Πόντιους ο Κεμάλ», έχει φροντίσει με επιμέλεια, ώστε να μην καθαρίζονται τα φρεάτια από τα χώματα και τις εν γένει επικαθίσεις. Έτσι, θέλετε με τον αέρα, θέλετε με τα πουλιά, λογιών-λογιών σπόροι αγριολούλουδων μεταφέρονται ένθεν κι ένθεν. Το αποτέλεσμα, βέβαια, είναι εκπληκτικό. Με το που μπαίνει ο Απρίλης, τα φρεάτια-παρτέρια γεμίζουν άνθη παπαρούνας, μολόχας, μαργαρίτας κι άλλα εξίσου υπέροχα, που οι πενιχρές γνώσεις μου στην ανθολογία-φυτολογία δεν μου επιτρέπουν να τα ονοματίσω δίχως να ρεζιλευτώ. Άλλο να σας το λέω κι άλλο να το βλέπετε. Από ό,τι, μάλιστα, με πληροφόρησαν κάτι φίλτατες ποντικίνες ρεσεψιονίστ, φωτογραφίες του πρωτοποριακού αυτού προγράμματος έχουν ήδη συμπεριληφθεί στους νέους τουριστικούς οδηγούς της πόλης.

Άρα, αν τα σουμάρουμε σωστά, έχουμε μια πόλη που μπορεί ταυτοχρόνως να προσφέρει τόσο στους κατοίκους της, όσο και στους επισκέπτες ευρείες συγκινήσεις, που περιλαμβάνουν από πλεύσεις ξέχειλες αδρεναλίνης με αυτοσχέδιες «γόνδολες», ράφτινγκ για απαιτητικούς στην πλατεία Αριστοτέλους, αλλά κι όπου αλλού επιλέξει ο ενδιαφερόμενος, σε συνδυασμό με ένα τόσο υψηλής ποιότητας φυσικό κάλος, με «ναυαρχίδα», ασφαλώς, τα ολάνθιστα παρτέρια!

Πιθανότατα, βέβαια, το πρόγραμμα φρεάτια-παρτέρια να είναι απλώς η αρχή. Όχι, το ομολογώ, δεν διαθέτω τόσο ζωηρή φαντασία για να προβλέψω τα μελλοντικά σχέδια μιας «πηγαίας» εναλλακτικής εξουσίας. Μη μου βάζετε τόσο δύσκολα!

ΥΓ. Καλό θα ήταν να τοποθετηθούν στις «πύλες» εισόδου-εξόδου της Θεσσαλονίκης πινακίδες σήμανσης που θα γράφουν ευκρινώς το εξής: «καλώς ήρθατε στο θεματικό πάρκο με την επωνυμία “πόλη της Θεσσαλονίκης”». Λίγη ειλικρίνεια δεν βλάπτει…

Πόντιξ ο Σισύφειος

ΠΗΓΗ

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;

Γίνεται ο πρώτος που θα σχολιάσει στο άρθρο "Θεσσαλονίκη, όπως λέμε… Βενετία!"

Αφήστε ένα σχόλιο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.


*


Πατήστε για κοινοποίηση
Κρύψε την κοινοποίηση
Scroll Up