Μεθεόρτια καταιγίδα Του Μανόλη Κωνσταντάκη

Μεθεόρτια καταιγίδα Του Μανόλη Κωνσταντάκη

Τώρα που οι γιορτές είναι πια παρελθόν και ο εορταστικός κουρνιαχτός έχει ανέβει ψηλά και συμπυκνώνεται σε μεγάλα γκρίζα σύννεφα που βαραίνουν όλο και περισσότερο ώρα την ώρα, είναι η στιγμή να μιλήσω κι εγώ.

Τώρα, την ώρα της φοβιστικής σιωπής, μπροστά στη βέβαιη απειλή της ψυχολογικής καταιγίδας, που βιάζεται να εξαπολύσει κεραυνούς κι αστραπές θλίψης, θα κατεβάσω κι εγώ το εορταστικό προσωπείο μου, θα βγάλω τη γιορτινή στολή μου.

Η ανακωχή με την «αλήθεια» μου, λεπτό το λεπτό εκπνέει και γνωρίζω καλά πως θα ορμήσει να κατασπαράξει το εορταστικό ψέμα μου, την τόσο αναγκαία κι επιθυμητή φυγή μου από την καθημερινότητα. Είμαι κι εγώ σαν τους περισσότερους, ένα είδος ακούσιου βαμπίρ που λιμοκτονεί για λίγες σταγόνες ανέμελης χαράς, σαν αυτή που ζουν τα παιδιά, ένα θλιβερό βαμπίρ αναμνήσεων των χρόνων που ανεπιστρεπτί πορεύθηκαν στα εσώτερα λαγούμια του νου και της καρδιάς, ή χάθηκαν στην αχλή της λήθης, διωγμένα από την επέλαση της αναίσχυντης κι αναίσθητης ενηλικίωσης.

Ναι λοιπόν! Την χαμένη παιδική μου αθωότητα έστω και για λίγο γιορτάζω, στην ουσία της κάνω μνημόσυνο, Πετάω στην άκρη το γκρίζο βλέμμα μου, αφού δεν μπορώ να πετάξω το γκρίζο από τα μαλλιά και τα γένια μου, χαϊδολογάω τη ψυχή μου με λόγια κι αναμνήσεις, όπως εκείνο το μοναδικό μου μεταλλικό μωβ αυτοκινητάκι των οχτώ μου χρόνων, το πολυτιμότερο παιχνίδι που διέσωσε η μνήμη μου, και για λίγες μέρες γίνομαι ξανά παιδί.

Όχι ακριβώς βέβαια.

Γίνομαι παιδί μέσα από τα παιδιά, τα δικά μου παιδιά, τα ξένα παιδιά. Γίνομαι παιδί μέσα από το δικό τους βλέμμα, τη δική τους καρδούλα. Αυτές οι χειμωνιάτικες γιορτές είναι για τα παιδιά. Όμως ρουφώ κι εγώ λίγη από την χαρά και την έκσταση τους. Ναι το ξέρω, δεν γιορτάζουν ΟΛΑ τα παιδιά. Ναι το ξέρω και το νιώθω αυτό. Πολύ καλά και πολύ έντονα μάλιστα. Έτσι γίνομαι μία εορταστική περσόνα, ένας χαρακτήρας που προσπαθεί να δώσει, πέρα από τα δικά του παιδιά, έστω σε ένα παιδί ακόμα, ή σε πολλά ίσως ένα χαμόγελο, μία λάμψη στα μάτια, να πάρει τη θλίψη τους, γιατί υπάρχουν και παιδιά θλιμμένα.

Υπάρχουν παιδιά θλιμμένα και δεν τους αξίζει αυτό, δεν τους αξίζει!

Το χαμόγελο τους λοιπόν κι η λάμψη των λίγων στιγμών στα ματάκια τους είναι η δική μου ανταμοιβή, η απαραίτητη «τροφή» που θα με κρατήσει ζωντανό τον υπόλοιπο καιρό. Είναι και η εξιλέωση μου αν το θέλετε. Για τον κόσμο που κι εγώ συνέβαλα να καταντήσει όπως κατάντησε και αυτά καλούνται μέσα σε αυτό το χάλι να ζήσουν.

Πέρασαν όμως οι μέρες και απρόθυμα μα ανελέητα σπρώχνω το παιδί πίσω, εκεί στα βαθιά δαιδαλώδη διαμερίσματα του νου. Ξεθωριάζει η εορταστική μου μουτσούνα και ξεφτίζουν τα γιορτιάτικα σε θλιβερά ράκη. Το γκρίζο μου το μισητό πέφτει σαν βροχή και με λερώνει.

Από μακριά πλησιάζει η καταιγίδα με χοντρές σταγόνες καθημερινότητας και θλίψης.

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;

Γίνεται ο πρώτος που θα σχολιάσει στο άρθρο "Μεθεόρτια καταιγίδα Του Μανόλη Κωνσταντάκη"

Αφήστε ένα σχόλιο

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.


*


Πατήστε για κοινοποίηση
Κρύψε την κοινοποίηση
Scroll Up