Αλεξάντερ Τσαγιάνοφ, για έναν αγροτικό σοσιαλισμό*

Aν το όνομά του χωρίς αμφιβολία δεν λέει τίποτα στο ευρύ κοινό, ο Αλεξάντερ Τσαγιάνοφ (1888-1937) είναι επίσης ελάχιστα γνωστός σε έναν σημαντικό αριθμό ανθρώπων που μπορεί να ενδιαφέρονται για τα θέματα της αποανάπτυξης.

Αυτό είναι άδικο στο βαθμό όπου αυτός ο σοβιετικός αγροτικός οικονομολόγος θεωρείται, ορθά ή λανθασμένα, εικόνισμα για τις οικονομικές και κοινωνιολογικές μελέτες της αγροτιάς. Ακόμα περισσότερο, η ίδια η ζωή του είναι μέρος του θλιβερού επιστημονικού μαρτυρολογίου της σταλινικής περιόδου. Διότι ο Τσαγιάνοφ πέθανε για την αλήθεια και επειδή είχε δίκιο.

Ένας λαμπρός και παραγωγικός διανοούμενος, ο Τσαγιάνοφ επιβάλλεται από τη δεκαετία του 1910 ως κορυφαίος οικονομολόγος. Μετά την επανάσταση του 1917 και τον εμφύλιο πόλεμο, συνοδεύει πιστά τη σοβιετική μετάβαση στον σοσιαλισμό, διατηρώντας παράλληλα την πρωτοτυπία του αντικειμένου μελέτης του: την αγροτική οικονομία, την οποία θεωρεί ως ένα οικονομικό σύστημα από μόνη της, και όχι ως μορφή που προορίζεται για εξαφάνιση ως αποτέλεσμα της προόδου της εκβιομηχάνισης.

Διευθυντής του Ινστιτούτου αγροτικής οικονομίας, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (NEP), από το 1921, ή ως ηγέτης «της σχολής οργάνωσης και παραγωγής» εργάζεται για την αναδιοργάνωση της γεωργίας των αγροτών [agriculture paysanne] μέσω μιας σειράς «δυτικών» καινοτομιών, όπως η επιλογή των αποθεμάτων, η χρήση λιπασμάτων και επίσης το δίκτυο των συνεταιρισμών.

Βασιζόμενος στα στατιστικά στοιχεία που παρείχε η ρωσική επαρχιακή διοίκηση (zemstna), εργάζεται κατά τη δεκαετία 1920-1930 για την κατανόηση από οικονομικής άποψης της αγροτικής εκμετάλλευσης σε οικογενειακή βάση. Σύμφωνα με τον Τσαγιάνοφ, η τυπολογία των τρόπων παραγωγής που καθιέρωσε ο Μαρξ, κατά την οποία ακολουθούν διαδοχικά η δουλοκτησία, ο φεουδαρχικός τρόπος, ο καπιταλιστικός τρόπος και ο σοσιαλιστικός τρόπος, παραλείπει μια sui generis μορφή, η ιδιαιτερότητα της οποίας –θα επανέρθουμε σε αυτό– είναι να μην προσφεύγει στη μισθωτή εργασία: ο αγροτικός τρόπος παραγωγής σε οικογενειακή βάση.

Ωστόσο, εξακολουθώντας να ενδιαφέρεται για την αγροτική οικονομία, μέχρι να δει τελικά μια πλήρη πολιτιστική μορφή, όπου ο προβληματισμός για την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση αποδεικνύεται αδιαχώριστος από μια διαισθητική αντίληψη της ισορροπίας μεταξύ της εργασίας και των αναγκών όσο και από μία βιωματική σχέση με τη φύση, ο Τσαγιάνοφ καλλιέργησε κατά τη διάρκεια της καριέρας του μια πραγματική πρωτοτυπία σε σχέση με τη μαρξιστική συναίνεση όσον αφορά το θέμα.

Ο Τέοντορ Σάνιν, ο μεγάλος κοινωνιολόγος της αγροτιάς και ο πρώτος που αποκατάστησε τον Τσαγιάνοφ, έχει αποδείξει καλά ότι ο ορθολογισμός των βιομηχανικών κοινωνιών (που ο μαρξισμός μοιράζεται σχεδόν πλήρως) έπρεπε αναγκαστικά να απεικονίσει την αγροτιά ως μια κοινωνική ομάδα οπισθοδρομική και μπλεγμένη στους μικροαστικούς περιορισμούς της, με άλλα λόγια σαν το “προπύργιο της παλιάς κοινωνίας”, σύμφωνα με τη φράση του Μαρξ στο Κεφάλαιο.

Από την άποψη της μαρξιστικής κοινωνιολογίας, η αγροτιά δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως τάξη. Δεν έχει να κάνει με τα μέσα παραγωγής της βιομηχανικής κοινωνίας, δεν οργανώνει την παραγωγή και δεν είναι τόπος εξουσίας. Η ύπαρξή της αποδεικνύεται λοιπόν αβέβαιη και περιθωριακή, μέσα στην αδιαφοροποίητη ομάδα των μεσαίων τάξεων ή των «κυριαρχούμενων».

Αυτή η δυσκολία του παραδοσιακού μαρξισμού σε σχέση με την αγροτιά εκδηλώθηκε την εποχή του Τσαγιάνοφ με μια θέση που προδιέγραφε την ταχεία εξαφάνιση των αγροτών ως ενιαίας κοινωνικής ομάδας με έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής, υπέρ της κοινωνικής διαίρεσης της υπαίθρου μεταξύ καπιταλιστών γαιοκτημόνων και αγροτικού προλεταριάτου.

Όπως θα δούμε, όλα τα έργα του Τσαγιάνοφ, είτε πρόκειται για οικονομικές πραγματείες είτε για ουτοπικές αφηγήσεις (επειδή αυτός ο οικονομολόγος καλλιεργούσε πολλά ενδιαφέροντα στις τέχνες και τα γράμματα), έρχονται σε αντίθεση με αυτή τη θέση περί της προλεταριοποίησης της υπαίθρου και παρουσιάζουν μάλλον την αγροτική οικογένεια ως ένα αυτόνομο και σταθερό οικονομικό καθεστώς, που ορίζεται από μια κατάσταση αυτάρκειας, από χαρακτηριστικούς τρόπους σχέσεων και από μια ιδιαίτερη κουλτούρα.

Και παρά μία αρκετά αδύναμη συνοχή της τάξης, εξαιτίας για παράδειγμα του χαλαρού πλέγματος μεταξύ των μικρών χωριστών εκμεταλλεύσεων και των διαφοροποιήσεων δημογραφικής προέλευσης, οι αγρότες, παρόλα αυτά, ήξεραν πώς να λειτουργήσουν ως τάξη σε μια περίοδο κρίσης και να παράσχουν μια πραγματική αντίσταση στην ανατροπή των συνθηκών ύπαρξής τους.

Εξαιτίας του αντικείμενου της μελέτης του και του τρόπου με τον οποίο το πραγματευόταν, ο Τσαγιάνοφ αντιμετώπισε στην κατηγορία του ρεφορμισμού. Από το 1928, ο Στάλιν προώθησε με το όνομα της «κολεκτιβοποίησης» ένα επαναστατικό μετασχηματισμό της υπαίθρου.

Οι Ρώσοι χωρικοί υποβιβάστηκαν στη θέση των εργατών γης και συγκεντρώθηκαν σε γιγαντιαία εργοστάσια παραγωγής τροφίμων, σε συλλογικά αγροκτήματα που ονομάζονταν “κολχόζ”, τα οποία αργότερα θα αφήσουν τη θέση τους σε κρατικά αγροκτήματα που ονομάζονταν “σοβχόζ”.

Ολόκληρο το έργο του Τσαγιάνοφ αποτελούσε μία μαρτυρία εναντίον αυτής της διαδικασίας, προειδοποιώντας για την καταστροφή που σίγουρα θα προκαλούσε. Του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για πρώτη φορά το 1930. Εξασφαλίζοντας την υπεράσπισή του, κατάφερε να την γλυτώσει και το κράτος να άρει τη δίκη. Συνελήφθη για δεύτερη φορά το 1932 και στάλθηκε πέντε χρόνια σε στρατόπεδο εργασίας στο Καζακστάν.

Επιστρέφοντας στη Μόσχα το 1937, συνελήφθη από την NKVD, την πολιτική αστυνομία που έστησε εναντίον του μια πλασματική δίκη, κατηγορώντας τον ότι ήταν επικεφαλής ενός υποτιθέμενου “Κόμματος της αγροτικής εργασίας” [Parti du travail agraire]. Αφού πέρασε από μία συνοπτική δίκη, ο Τσαγιάνοφ τουφεκίστηκε την ίδια ημέρα και η σύζυγός του μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο εργασίας όπου πέρασε δεκαοκτώ χρόνια.

Στα μάτια ορισμένων παρατηρητών ο Σοβιετικός σοσιαλισμός αυτοκτόνησε την ίδια στιγμή που εξολόθρευσε φυσικά τον Τσαγιάνοφ. Ο Τέοντορ Σάνιν είναι ένας από αυτούς. Πηγαίνει ακόμη πιο μακριά και θεωρεί ότι, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, ο Τσαγιάνοφ πέθανε στην πραγματικότητα τρεις φορές. Τον φυσικό θάνατό του ακολούθησε στην πραγματικότητα ένας πρώτος θάνατος της μνήμης του στη μετα-σταλινική Ρωσία, τη στιγμή που οι νέοι αξιωματικοί της κολεκτιβοποίησης ανήλθαν στην ηγεσία των γραφειοκρατικών οργάνων.

Στη συνέχεια, ένα συμβολικό θάνατο επέφεραν αυτή τη φορά, από τη δεκαετία του 1960, οι δυτικοί θεωρητικοί και πρακτικοί των αγροτικών επιχειρήσεων και της «ανάπτυξης». Είναι τελικά το 1987 κατά τη διάρκεια της περεστρόικα όπου ο Τσαγιάνοφ αποκαταστάθηκε επίσημα. Αναγνωρίζοντας τον καταστροφικό απολογισμό της κολεκτιβοποίησης, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ προσπάθησε τότε να επανεντάξει τα οικογενειακά αγροκτήματα μεταξύ των νόμιμων οικονομικών μορφών και να αναδιαρθρώσει την αγροτιά μειώνοντας τη γραφειοκρατική εξουσία για να βασιστεί σε ένα συνεταιριστικό ιστό.

Η συμβολή του Τσαγιάνοφ στην ιστορία των οικονομικών συστημάτων επανεμφανίζεται μετά αυτή την κρίσιμη αξιολόγηση. Όμως η ισχυρή παρουσία στην ύπαιθρο της τάξης των συντονιστών και τα συμφέροντα των ηγετών των συλλογικών αγροκτημάτων υπερνίκησαν τις μεταρρυθμίσεις των ετών 1987 έως 1990, επισπεύδοντας την αποτυχία του Γκορμπατσόφ.

Σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο και στο βαθμό που γεννήθηκε από τη διαπίστωση της χρεοκοπίας της ανάπτυξης, χωρίς αμφιβολία αποτελεί ευθύνη του κινήματος της αποανάπτυξης να σώσει εκ νέου τον Τσαγιάνοφ από μια μοιραία σιωπή. Και πρώτα απ’ όλα κατανοώντας λεπτομερώς γιατί ο αγροτικός σοσιαλισμός του θυσιάστηκε στο βωμό του μαρξιστικού παραγωγισμού.

* Πρόκειται για την εισαγωγή του βιβλίου Alexandre Chayanov, pour un socialisme paysan, του προσκεκλημένου ομιλητή στο συνέδριό μας, Renaud Garcia που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Le passager clandestin το 2017

congress1917.gr,

ΠΗΓΗ

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;
Πατήστε για κοινοποίηση
Κρύψε την κοινοποίηση
Scroll Up