https://ikariologos.gr/oroi-xrisis/
ΑΠΟΨΕΙΣ: Η Ικαρία και η "Αριστερά", οι πειρατές και η "μιζέρια", σε ένα …συμπίλημα [Μια οφειλόμενη απάντηση]

ΑΠΟΨΕΙΣ: Η Ικαρία και η “Αριστερά”, οι πειρατές και η “μιζέρια”, σε ένα …συμπίλημα [Μια οφειλόμενη απάντηση]

Εισαγωγικά
Πολύ πρόσφατα, έπεσε στην αντίληψή μου ένα άρθρο του κ. Αριστοτέλη Αϊβαλιώτη, με τίτλο: “Πατριδογνωσία : Η Αριστερά στην Ικαρία” και με υπότιτλο “Η μικροκλίμακα, σαν υπόδειγμα για κατανόηση του ευρύτερου τοπίου”. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα του lifestyle περιοδικού «ΚΛΙΚ». Και αυτός θα ήταν ένας σημαντικός λόγος να μην ασχοληθώ καθόλου, μέχρι που αναδημοσιεύτηκε σε ικαριακές ιστοσελίδες. Είναι δύσκολο να περιγράψω τα αισθήματα που μου δημιούργησε καθώς το διάβασα αρκετές φορές, για να μπορέσω να βγάλω νόημα. Επειδή όμως θεωρώ απαραίτητο τέτοιες απόπειρες έντεχνης διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και διάχυσης μιας αντιδραστικής αντιεπιστημονικής, σκοταδιστικής σκέψης να μην μένουν αναπάντητες, θα προσπαθήσω να αντιπαραθέσω τη δική μου οπτική γωνία με τα δικά μου στοιχεία και τα δικά μου επιχειρήματα. Και φυσικά, μένει στον αναγνώστη να σκεφτεί, να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, να κρίνει.
Τον κ. Αριστοτέλη Αϊβαλιώτη δεν τον γνωρίζω προσωπικά.
Γνωρίζω ελάχιστα για τις δραστηριότητές του και τις επιλογές του, πολιτικές ή γενικότερες, και αυτά όχι από κάποιο προσωπικό ενδιαφέρον, αλλά στο βαθμό που προβάλλονται δημόσια από τον ίδιο ή με τη συναίνεσή του. Έχω πάντως παρακολουθήσει αρκετά από τα με μορφή χρονογραφήματος άρθρα του που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς στις “Ελεύθερες Πτήσεις και αλλού. Τα έχω διαβάσει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς, πέρα από τις επί μέρους εκτιμήσεις μου, διέκρινα σε αυτά εκείνη τη νοσταλγία και την αγάπη του ανθρώπου που θεωρεί τον εαυτό του «Ικαριώτη» και που η αναγκαστική απομάκρυνσή του από το νησί στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος του χρόνου, δεν τον αφήνει να βιώσει τον «ανεκπλήρωτο έρωτα» για τον τόπο του και τους συντοπίτες του. Ομολογώ ότι βρίσκομαι και εγώ σε παρόμοια κατάσταση, ώστε προς στιγμή να αισθάνομαι ότι οποιοσδήποτε μιλάει ή γράφει για το νησί, με εκφράζει, είναι σαν να το κάνει και για λογαριασμό μου.

Διαβάζοντας όμως το τελευταίο άρθρο του, υποχρεώθηκα να αναθεωρήσω την άποψή μου αυτή, καθώς αποκαλύφθηκε το μέγεθος της υποκρισίας, κάτι που θα προσπαθήσω να αποδείξω παρακάτω. Ένα άρθρο που μου ξύπνησε – όχι βέβαια τυχαία – και παλιές αναμνήσεις.

Θυμήθηκα πριν μερικά χρόνια, ένας συμπατριώτης μας πολιτικός ακροδεξιού κόμματος, να κραδαίνει θριαμβευτικά από του βήματος της Βουλής των Ελλήνων τη Ρομφαία του Αγίου Γεωργίου, με την οποία είχε μόλις κατατροπώσει(!) μαζί με τους ετερόκλητους συμμάχους του το «τέρας της κομματοκρατίας» και είχε απελευθερώσει από τους «κόκκινους» το νησί, επιτρέποντας στο Αιγαίο να …«ξαναβρεί τα γαλάζια χρώματά του»! Και πριν αλέκτωρ φωνήσαι τους χάσαμε όλους!

Θυμήθηκα και πριν κάμποσες δεκαετίες έναν επίσης συμπατριώτη μας πολιτευτή της ΝΔ που δεν είχε καταφέρει να εκλεγεί βουλευτής Σάμου. Είχε τότε δημοσιεύσει ένα άρθρο σε κάποια επαρχιακή εφημερίδα όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, κατηγορούσε .τους Ικαριώτες επειδή ψήφιζαν «αριστερά» και όχι ΝΔ. Ήταν δε τόσο …χολωμένος, ώστε είχε φτάσει στο σημείο να προτείνει, να προσαρτηθεί η Ικαρία στη …Σοβιετική Ένωση και, αν αυτό δεν ήταν δυνατό, να ενταχθεί στον νομό Κυκλάδων(!) προκειμένου να εκμηδενιστεί ποσοστιαία η επίδραση της ικαριώτικης ψήφου και να μην αποτελεί πρόβλημα για τους «υγιείς πολίτες».
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, το σκηνικό επαναλαμβάνεται με πολλές ομοιότητες, αλλά και διαφορές. Το κείμενο τώρα δεν δείχνει να έχει γραφεί «εν θερμώ», η γλώσσα φαίνεται ψύχραιμη και πολύ προσεγμένη, τα συμπεράσματα λογικοφανή, ενώ η επίκληση της ιστορίας αλλά και της μεθοδολογίας της έρευνας, δίνουν το απαραίτητο άλλοθι «επιστημονικότητας». Σε κάθε περίπτωση, το ιδεολογικό υπόβαθρο είναι το ίδιο, ο σκοπός σε όλες τις περιπτώσεις είναι κοινός: Η ανοιχτή προσβολή προς μια μεγάλη μερίδα Ικαριωτών, με μοναδικό κριτήριο τις πολιτικές τους επιλογές.

Το νόημα και ο στόχος του άρθρου – Συνοπτική παρουσίαση
Αλλά ας δούμε πρώτα σε σύνοψη το περιεχόμενο του επίμαχου άρθρου, μήπως και βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα.
Η Ικαρία του αρθρογράφου, ένα νησί φτωχό και αλίμενο, ασήμαντο και προφανώς ερημωμένο. Μόνο μετά τον 18ο αιώνα, αυξάνεται ο πληθυσμός του από «φυγάδες» του Αιγαίου. Κυνηγημένα πολυεθνικά πληρώματα πρώην πειρατών, κατατρεγμένοι από βεντέτες Κρητικοί και Μανιάτες, επιζώντες από τις καταστροφές εξεγερμένων ή επαναστατημένων περιοχών της υπόλοιπης Ελλάδας, συγκεντρώνονται σε έναν αφιλόξενο ερημικό τόπο – αλήθεια, τί τους τράβηξε εκεί; δεν υπήρχαν άλλα μέρη να «κρυφτούν» πιο εύκολα και πιο αποτελεσματικά; – στον οποίο αποφασίζουν να οργανώσουν τη νέα τους ζωή. Φαίνεται ότι, μη βρίσκοντας τίποτα να προϋπάρχει, «στήνουν εκ των ενόντων ένα εθιμικό δίκαιο» στο οποίο, πάντα κατά τον αρθρογράφο, κυριαρχούν το «ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας» και κανόνες μοιρασιάς σύμφωνα με το δίκαιο των …πειρατών! Η όλη εικόνα της οργάνωσης των «φυγάδων» στον νέο τόπο κατοικίας τους πασπαλίζεται ελαφρά και με ένα αποκαλούμενο «ιδιότυπο πνεύμα κολλεκτίβας», κάτι σαν …φολκλόρ πανηγυριώτικο, που μοιάζει να προήλθε από παρθενογένεση, ίσα για να χρησιμεύσει για την προσέλκυση γκρούβαλων, δυο αιώνες αργότερα!
Μια όμως και το νησί, πάντα κατά τον αρθρογράφο, συνέχιζε να είναι φτωχό και αφιλόξενο, πολλοί κάτοικοι ξενιτεύτηκαν, δούλεψαν σαν ναυτικοί και σαν καρβουνιάρηδες. Αργότερα αναγκάστηκαν να φύγουν μετανάστες στην Αμερική και, μεταπολεμικά, στην Αθήνα. Και τότε,, ώς δια μαγείας, ήρθε η … «τεχνητή επιλογή»! Είναι προφανές βέβαια ότι εδώ ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί τον όρο «τεχνητή επιλογή» τελείως λανθασμένα, αλλά μπορούμε να το παρακάμψουμε, καθώς φροντίζει να μας περιγράψει με αρκετή σαφήνεια τί ακριβώς εννοεί: «…κάθε ένας – γράφει – που μπορούσε να ξεχωρίσει από την μιζέρια το έκανε φεύγοντας, βρίσκοντας αλλού την ατομική του ευτυχία και ευημερία…» Και παρακάτω: «…Όποιος ήθελε κάποιο, οποιοδήποτε, μέλλον που να περιλαμβάνει καλύτερη δουλειά, εισόδημα, ευκαιρίες, “καριέρα”, έπρεπε να φύγει. Όποιος ονειρευόταν ατομική προκοπή για εκείνον και τα παιδιά του, έπρεπε να φύγει…
Έτσι λοιπόν «φτιάχτηκε και η σημερινή μυθολογία του νησιού, από αυτούς που έμειναν…» Στο νησί έχουν απομείνει πια μόνο οι οπαδοί της «μιζέριας», οι «βολεμένοι με τα λίγα», αυτοί που «λατρεύουν το μικρό, το λίγο, το τετριμμένο», που δεν έχουν φιλοδοξίες και δεν ζητούν «καλύτερες υποδομές», «καλύτερες δουλειές», που «εξοβελίζουν κάθε έννοια προόδου»… Όλοι αυτοί που αποκλείουν την ανάπτυξη …αστικής τάξης στο νησί!… Με λίγα λόγια οι άχρηστοι, οι τεμπέληδες, οι αντιδραστικοί!…
Μετά από ένα τέτοιο «στόλισμα» των Ικαριωτών, η σύνδεση του νησιού με την «αριστερά», φαίνεται αναπόφευκτη και κατά μία έννοια, αναμενόμενη. Γιατί, πάντα κατά τον αρθρογράφο, η ηγεμονία της «αριστεράς», ή το «κομμουνιστικό ιδεώδες», η «προπαγάνδα», ο «προσηλυτισμός» ή, σε κάθε περίπτωση, όποιο θολό κατασκεύασμα έχει στο μυαλό του, «…τρέφεται από την αξιακή εξύψωση της μιζέριας». Η “ιδεολογία της μιζέριας”, της μετριότητας, της έλλειψης οραμάτων και φιλοδοξιών χρειάζεται και τους αντίστοιχους δέκτες για να γίνει αποδεκτή και να καρπίσει. Ιδού λοιπόν οι πηγές της «αριστερής ηγεμονίας» στην Ικαρία.
Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται και ο σκοπός του υπότιτλου: Μέσω ενός μεθοδολογικού τεχνάσματος περί “μικροκλίμακας”, “ευρύτερου τοπίου” κλπ αντιεπιστημονικά προετοιμάζουμε το λογικό άλμα που θα ακολουθήσει. Και ιδού, πεδίον δόξης λαμπρόν για «νέους ερευνητές», να ξεκινήσουν από την Ικαρία, για να ερευνήσουν το φαινόμενο της αριστεράς στην Ελλάδα!

Μια πρώτη παρατήρηση
Υπάρχει ένας παλιός άγραφος νόμος στις κοινότητες των Ικαριωτών, αλλά και όσων είτε λόγω καταγωγής, είτε λόγω επανειλημμένων επισκέψεων, γνώρισαν το νησί και τον κόσμο του, βίωσαν τον ιδιόρρυθμο τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, και ενσωματώθηκαν σε αυτόν περισσότερο ή λιγότερο. Ο άγραφος αυτός νόμος είναι ο νόμος της ανοχής. Ανοχή στην διαφορετικότητα, ανοχή στην ιδιορρυθμία, ανοχή στις διαφορετικές αντιλήψεις. Ανοχή που μπορεί να φτάσει σε σημείο να δημιουργήσει παρεξηγήσεις, αν δεν ληφθεί υπ’ όψη μια βασική προϋπόθεση: Ότι η ανοχή αυτή παρέχεται υπό τον όρο της αμοιβαιότητας και του αλληλοσεβασμού.
Εδώ βέβαια ο αρθρογράφος, έχει παραβιάσει πολλαπλά αυτόν τον νόμο. Μέσα από παραποιημένα στοιχεία της ιστορίας και των λαογραφικών παραδόσεων των Ικαρίων, με τα οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω, κατασκευάζει ένα σκηνικό πάνω στο οποίο θα απλώσει τελικά τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του, σε τελική ανάλυση θα υποτιμήσει με τον πλέον προσβλητικό τρόπο το σύνολο των συμπατριωτών του Ικαρίων, ανεξάρτητα από τί ψηφίζουν, αλλά και ανεξάρτητα από το αν κατοικούν στο νησί μόνιμα ή όχι.

Ανιστόρητες και αντιεπιστημονικές αναφορές
Ώστε λοιπόν, οι Ικάριοι εμφανίστηκαν μόλις τον 18ο-19ο αιώνα, ως «φυγάδες κυνηγημένοι που έτρεχαν να κρυφτούν»! Δημιούργησαν «εκ των ενόντων» ένα εθιμικό δίκαιο που προσομοίαζε εκείνου των …πειρατών! Πολύ φοβάμαι ότι τα κόκκαλα του Ιωάννη Μελά και του Αλέξη Πουλιανού δεν θα βρίσκουν ησυχία. Το τριών χιλιάδων ετών γλωσσικό ιδίωμα που έφτασε ως τις μέρες μας, δεν υπήρξε ποτέ κατά τον αρθρογράφο. Ούτε και το “συμβόλαιο του Κεραμέ” του 16ου αιώνα, ούτε η Λαγκάδα, τα χωστοκέλια, η επιβίωση μερίδας του αυτόχθονος πληθυσμού στα χρόνια των πειρατικών επιδρομών, είναι όλα μύθος. Τελικά θα ξεχάσουμε όσα ξέραμε, καθώς το όργιο παραποίησης της ιστορίας δεν σταματάει εδώ.
Ο αρθρογράφος δεν γνωρίζει άραγε ότι στη Βυζαντινή περίοδο η Ικαρία υπήρξε τόπος εκτοπισμού πριγκήπων και αξιωματούχων του κράτους; Δεν έχει ακούσει την παράδοση από τους παλαιότερους ότι εγκαθίσταντο με τους ακολούθους τους πολλές φορές σε μόνιμη βάση; Ότι ενσωματώνονταν με τους υπόλοιπους μόνιμους κατοίκους, δίνοντας στην παράδοση ένα ιδιαίτερο «γαλαζοαίματο» χρώμα; Δεν είχε επίσης ακούσει ότι από τον 16ο ακόμα αιώνα, με φιρμάνι του Σουλτάνου ενθαρρυνόταν ο εποικισμός με αμιγώς χριστιανικούς πληθυσμούς των νησιών που αντιμετώπιζαν πρόβλημα μείωσης των κατοίκων λόγω της πειρατείας.
Η πραγματικότητα είναι λοιπόν πολύ διαφορετική από αυτήν που αυθαίρετα επιχειρεί να παρουσιάσει ο αρθρογράφος. Είναι γενικά αποδεκτό και τεκμηριωμένο ότι η Ικαρία δεν ερημώθηκε ποτέ τελείως, τουλάχιστον από την εποχή του Βυζαντίου και μετά. Μπορεί κατά περιόδους να αυξομειωνόταν ο πληθυσμός. Πάντοτε όμως επιβίωνε μια μικρή μεν αλλά σημαντική από ιστορική άποψη πληθυσμιακή ομάδα.. Η σημαντικότητά της έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι, όντας απομονωμένη για μεγάλες περιόδους, διατήρησε την κοινωνική συνοχή της. Κατοικώντας σε ένα φτωχό από φυσικούς πόρους και αλίμενο νησί και απαλλαγμένοι εξ’ αιτίας αυτού από περισσότερο μόνιμες εξωτερικές πειρατικές, εποικιστικές ή κρατικές παρεμβάσεις, οι Ικαριώτες ανέπτυξαν μια κοινωνία αυτόνομη, συμπαγή, με κοινωνικά, οργανωτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά που πλησίαζαν εκείνα των αρχέγονων κλειστών κοινοκτημονικών κοινωνιών. Στηριγμένη στον ριζωμένο στις συνειδήσεις ιωνικό πολιτισμό, προσαρμοσμένη στο ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, αλλά και ενσωματώνοντας με αργά σταθερά βήματα τις γενικότερες αλλαγές (πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές κλπ.) που συνέβαιναν στον ευρύτερο γεωγραφικό και ιστορικό χώρο, δεν έχασε ποτέ την συνέχεια του ιδιαίτερου χαρακτήρα της.
Εποικισμοί στην ιστορία της Ικαρίας υπήρξαν αρκετοί, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο μαζικοί. Σε κάθε περίπτωση όμως οι «επήλυδες» που έφταναν στο νησί, έβρισκαν μια οργανωμένη κοινωνία, στην οποία θα έπρεπε να ενσωματωθούν και να αποτελέσουν οργανικό κομμάτι της, συμβάλλοντας στην εξέλιξή της, αλλά και στην επιβίωση των ίδιων. Ο ισχυρισμός λοιπόν της έλλειψης κοινωνικής συνοχής λόγω της …γεωγραφικής απόστασης των οικισμών, είναι τουλάχιστον αστείος, ενώ ο ισχυρισμός της αναγκαστικής «εκ των ενόντων» δημιουργίας εθιμικού δικαίου, είναι τελείως ανιστόρητος. Εθιμικό δίκαιο υπήρχε και ήταν ιδιαίτερα ισχυροποιημένο σε όλους τους τομείς. Τα κύρια χαρακτηριστικά του ήταν η κοινή χρήση στη γη, η κοινωνική αλληλεγγύη, ο συνεργατισμός, η κεντρική εκλεγμένη διοίκηση, και ο αυξημένος ρόλος της οικογένειας. Αυτά ακριβώς είναι και τα χαρακτηριστικά που προσδίδει ο ουτοπικός σοσιαλιστής Καμπέτ, στην φαντασιακή του «Ικαριανή Πολιτεία», όπως την περιγράφει σε μια σειρά βιβλία του την περίοδο 1830 έως 1850. Είναι γενικά αποδεκτό, ότι ο ίδιος δεν είχε ταξιδέψει στις περιοχές των Βαλκανίων, αλλά τόσο το όνομα της πολιτείας του, όσο και η ομοιότητα των κοινωνικών και άλλων χαρακτηριστικών με το εθιμικό δίκαιο της Ικαρίας, είναι τόσο φανερή, ώστε να θεωρείται βάσιμα ότι είχε ακούσει ή διαβάσει περιγραφές από ταξιδιώτες που είχαν επισκεφτεί το νησί. Το πρώτο του μάλιστα βιβλίο έχει τίτλο «Το ταξίδι και οι περιπέτειες του λόρδου Ουίλιαμ Κάρισνταλ στην Ικαρία», ενώ ένα επόμενο βιβλίο του έχει τίτλο «Ταξίδι στην Ικαρία». Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή (18ος-19ος αιώνας), κατά την οποία ο αρθρογράφος προσπαθεί να μας πείσει ότι οι «κυνηγημένοι φυγάδες» δημιουργούσαν «εκ των ενόντων» το δικό τους εθιμικό δίκαιο, στο οποίο μάλιστα επικρατούσε το «ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας»!

Η ημιμάθεια στην υπηρεσία της επιχείρησης αναγνωρισιμότητας;
Στο σημείο αυτό, θεωρούμε σκόπιμο να ανοίξουμε μια παρένθεση, προκειμένου να διευκρινίσουμε κάποιους όρους που παρεισφρέουν στο κείμενο του άρθρου με τρόπο που να δημιουργεί συγχύσεις. Για παράδειγμα, η έκφραση «ιερό δικαίωμα ιδιοκτησίας» Τί νόημα άραγε έχει; Το «δικαίωμα στην (ατομική) ιδιοκτησία», αποτελεί αναγκαίο φυσικό επακόλουθο των εκμεταλλευτικών κοινωνιών, εδώ και κοντά δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια, από την εποχή που οι πρώτοι νομάδες τροφοσυλλέκτες, αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα να καλλιεργήσουν τη γη και να βοσκήσουν τα εξημερωμένα κοπάδια τους. Έκτοτε δεν έχει αμφισβητηθεί από τις κοινωνίες στο σύνολό τους, εκτός από την κατά καιρούς αμφισβήτηση από τους ισχυρότερους «ιδιοκτήτες», προκειμένου να σφετεριστούν την ιδιοκτησία των πιο αδύνατων. Πώς λοιπόν μπαίνει ξαφνικά σε μια συζήτηση, φέροντας μάλιστα τον επιθετικό προσδιορισμό «ιερό»; Τί είδους μεταφυσικά υπονοούμενα προσδίδει στην «ιδιοκτησία» ο όρος αυτός;
Ίσως τελικά δεν έχει και τόση σημασία να ασχοληθούμε με αυτό περισσότερο για την ώρα. Αρκεί προς το παρόν το ότι όλα τα υπάρχοντα στοιχεία δείχνουν ότι, στην Ικαρία της χρονικής περιόδου που εξετάζουμε όχι μόνο δεν θεωρούσε κανείς «ιερό» το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, όχι μόνο δεν κυριαρχούσε στις κοινωνικές σχέσεις, αλλά στην ουσία ήταν σχεδόν πλήρως υποταγμένο στο γενικότερο χαρακτήρα της χρήσης της γης σε μια κοινωνία, στη βάση της κοινοκτημονική.
Πέρα από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, υπάρχουν πολλά στοιχεία ιστορικά και λαογραφικά που υποστηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι, η ατομική ιδιοκτησία στη γη περιοριζόταν βασικά στην κάλυψη των αναγκών κάθε οικογένειας. Αν αυξανόταν ο αριθμός των μελών μιας οικογένειας σε σημείο ώστε να υπάρχει πρόβλημα επιβίωσης, τότε ήταν σύνηθες, ένα ή περισσότερα από τα παιδιά της πολυμελούς οικογένειας, να πήγαιναν να μεγαλώσουν με κάποιες οικογένειες που είχαν αρκετή γη, αλλά ήταν ολιγομελείς και δεν μπορούσαν να την αξιοποιήσουν. Άλλη λύση, ήταν κάποιο μέλος της οικογένειας να τραβηχτεί πιο έξω από την πατρική ιδιοκτησία και να κάνει «πιάσμα» σε κοινόχρηστη γη, δημιουργώντας τη δική του ιδιοκτησία και το δικό του νοικοκυριό. Πολλές φορές, ήταν η ίδια η κοινωνία που όχι μόνο ενέκρινε τέτοιες κινήσεις, αλλά και τις ενθάρρυνε, προκειμένου να αξιοποιηθεί η γη της κοινότητας. Προσωπικά θυμάμαι τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1950, την κοινότητα, να μοιράζει γη ακόμα και σε μη Ικαριώτες, με μοναδική υποχρέωση τους να την έχουν αξιοποιήσει σε διάστημα μιας πενταετίας. Είναι επίσης γνωστό από παλιά ότι όταν ερχόταν κάποιος να εγκατασταθεί μόνιμα για να εργαστεί για την κοινότητα (παπάς, δάσκαλος κλπ.) τότε του παραχωρούσαν δωρεάν γη για να ζήσει. Το ίδιο δε γινόταν και με τους ξένους που εποίκιζαν το νησί. Ο όρος «πιάσμα», δεν είναι τυχαίος, ούτε και έχει να κάνει αποκλειστικά με ιστορίες καταπάτησης της γης που φτάνουν σήμερα στα δικαστήρια. Όχι βέβαια ότι δεν υπήρχαν και αυτές οι περιπτώσεις ανταγωνισμού δύο ή περισσότερων επίδοξων ιδιοκτητών, προκειμένου να εξασφαλίσουν ο καθένας για τον εαυτό του το πιο προνομιακό κομμάτι γης, ιδιαίτερα στην μεταπολεμική εποχή, όπου η γη απέκτησε ξαφνικά και εμπορευματική αξία, αντί της παραδοσιακά κυρίαρχης “αξίας χρήσης”. Ούτε ότι η ιδιοκτησία της γης δεν κατοχυρωνόταν στις «Μάνες» με συμβόλαια αγοραπωλησίας ή προικοσύμφωνα. Το «πιάσμα» της δημόσιας (κοινοτικής) γης όμως σαν έννοια, ήταν βαθειά ριζωμένο στη συνείδηση του Ικαριώτη, από την εποχή του τέλους της πειρατείας, όταν βγαίνοντας από τις κρυψώνες της Λαγκάδας, απομακρύνθηκε, ψάχνοντας το κατάλληλο μέρος να στήσει το νοικοκυριό του, μέχρι που κατέβηκε όταν ένιωσε ασφαλής προς τα παράλια, να καλλιεργήσει το αμπέλι του, ή μέχρι που πέρασε «σπόδα», στην πίσω πλευρά του βουνού, να φροντίσει το κοπάδι του.
Είναι νομίζω ευκαιρία εδώ να ξεκαθαρίσουμε μαζί και τον όρο «ιδιότυπο πνεύμα κολλεκτίβας». Πρόκειται για έναν ακόμα βαρύγδουπο όρο, χωρίς νόημα, για δημιουργία εντυπώσεων και μόνο. Πιο πάνω εξηγήσαμε συνοπτικά μεν αλλά με αρκετά στοιχεία, ότι η έννοια της πρωτόγονης κοινοκτημονικής ζωής, ήταν βαθειά ριζωμένη στη συνείδηση των Ικαριωτών, γιατί ήταν προσαρμοσμένη και αρμονικά δεμένη με τη ζωή τους στις ειδικές συνθήκες του νησιού. Δεν ήταν “πνεύμα”, δεν ήταν “ιδιότυπο”, αλλά και δεν είχε καμιά σχέση με …”κολλεκτίβα”. Ήταν ένας τρόπος ζωής φυσικός και αυτονόητος. Μια ζωή με δικαιώματα για όλους αλλά και με υποχρεώσεις για όλους. Και με την ευκαιρία, να κλείσουμε και με μιαν άλλη αυθαιρεσία του αρθρογράφου. Γράφει κάπου: «Όσο για τα κοινωφελή έργα της κοινότητας, όλοι θεωρούσαν αυτονόητο να βοηθήσουν με δωρεάν εργασία». Η φράση αυτή δείχνει άγνοια και αδυναμία κατανόησης των γεγονότων και των κοινωνικών φαινομένων μέσα στην ιστορικότητά τους, αφύσικη για κάποιον ο οποίος κατάγεται από την Ικαρία και διατείνεται ότι ενδιαφέρεται για το νησί και τους κατοίκους τους. Όλα τα έργα της κοινότητας ήταν κοινωφελή και την ωφέλεια την καρπώνονταν όλοι το ίδιο, χωρίς αποκλεισμούς, εφ’ όσον υπήρχε γενική ισότητα. Από αυτό όμως απέρρεε και η αυτονόητη υποχρέωση όλων να συμμετάσχουν στην υλοποίηση του έργου. Δεν επρόκειτο λοιπόν για εθελοντική προσφορά «δωρεάν εργασίας», έκφραση που παραπέμπει σε στενές αντιλήψεις του σήμερα, αλλά για αυτοδίκαιη υποχρέωση προσφοράς κοινοτικής εργασίας. Η δουλειά που έπρεπε να γίνει μετριόταν σε αναγκαία μεροκάματα και ο καθένας ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει τα μεροκάματά του. Αν κάποιος δεν μπορούσε ή δεν ήθελε, θα πλήρωνε την αξία των μεροκάματων σε χρήμα, που θα το έπαιρνε κάποιος που μπορούσε να τα δουλέψει πέρα από η δική του υποχρέωση. Προσωπικά, έχω δει απόδειξη της κοινότητας Ραχών προς τον παππού μου, από την εποχή του μεσοπολέμου, για δεκατρία μεροκάματα (επισκευή δρόμου Χριστού Αρμενιστή) που πλήρωσε επειδή είχε κήλη και δεν μπορούσε να τα δουλέψει.

Ένα πρώτο συμπέρασμα και τα επακόλουθα ερωτήματα
Μέχρι τώρα, έχει αποδειχτεί ότι το πρώτο μέρος του άρθρου που αναφέρεται στην ιστορία και την περιγραφή της ζωής των Ικαρίων, βρίθει από αποσιωπήσεις, ανακρίβειες και παραποιήσεις. Και καταλήγει σε κάποια ανιστόρητα και αυθαίρετα συμπεράσματα που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Τα βασικά ερωτήματα όμως παραμένουν αναπάντητα. Γιατί έγινε όλη αυτή η φασαρία; Πρόκειται για καθαρή άγνοια; Πρόκειται μήπως για κάποια έκρηξη οργής με αφορμή άγνωστο στον αναγνώστη γεγονός και που παρασέρνει το σύνολο των Ικαριωτών, όπως φαίνεται από τη σύνοψη του άρθρου που κάναμε πιο πάνω; Και ακόμα παραπέρα: Ποιοι είναι οι απώτεροι στόχοι του άρθρου; Ποια η σύνδεση με την «αριστερά», μια και αυτή αποτελεί το δεύτερο σκέλος του θέματος, όπως εκφράζεται στον τίτλο;

Οι ιδεολογικές και πολιτικές προεκτάσεις ενός φαινομενικά «ανώδυνου» άρθρου
Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η όλη εικόνα, θα πρέπει να δούμε μερικές ακόμα λεπτομέρειες, από άλλη οπτική γωνία. Συνοπτικά λοιπόν, ο κύριος Αϊβαλιώτης αυτοσυστήνεται ως επιχειρηματίας, όπως φαίνεται αρκετά επιτυχημένος. Ο ίδιος όταν θέλει να τοποθετηθεί πολιτικά- κοινωνικά, αναφέρεται για τον εαυτό του ως «εμείς του κόσμου της επιχειρηματικότητας» ή «εμείς του κόσμου της αγοράς». Με τις ιδιότητες αυτές μάλιστα εμφανίζεται συχνά πυκνά σε διάφορα γνωστά πάνελς «ειδικών» και «εκπροσώπων των παραγωγικών τάξεων». Επίσης από όσα γνωρίζω, ο κύριος Αϊβαλιώτης πολιτικά δραστηριοποιείται στο χώρο των ακραίων φιλελεύθερων, είναι δραστήριο στέλεχος της «Δράσης», ενώ δραστηριοποιείται και μέσα από τα ψηφοδέλτια του «Ποταμιού», στα πλαίσια της συνεργασίας των δύο αυτών κομμάτων. Γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η κοινωνική του θέση βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την κοινωνική του συνείδηση. Πράγματι, ο κύριος αυτός, είναι ένας αστός, ένας κεφαλαιοκράτης, ένα μέλος της ελληνικής άρχουσας τάξης. Ταυτόχρονα, σκέφτεται και ενεργεί σαν αστός, σαν κεφαλαιοκράτης. Η καθαρή οξυδερκής κοινωνική του συνείδηση του επιτρέπει να βλέπει πού βρίσκεται το συμφέρον του και πώς να το υπερασπιστεί. Αν παρακολουθήσει κανείς τα τελευταία του σχόλια-προτάσεις για την Ελλάδα του σήμερα, προφορικά είτε γραπτά, θα καταλάβει: «μείωση της φορολογίας μόνο για την επιχειρηματική δράση, οι συντάξεις να θεωρηθούν δαπάνη του δημοσίου και να περικοπούν, αποδοχή της απελευθέρωσης των απολύσεων και των μέτρων ελέγχου του συνδικαλισμού κλπ. κλπ.» Οι πάντες και τα πάντα πρέπει να δουλεύουν για την κερδοφορία και τη συσσώρευση πλούτου στον ίδιο και την τάξη του. Οπαδός ακραίων αντιλήψεων στην οικονομία και την κοινωνία, από τις θεωρίες του Φρήντμαν, μέχρι εκείνες του Μάλθους και του «κοινωνικού δαρβινισμού», δεν χάνει την ευκαιρία να προβάλλει ότι πιο αντιδραστικό και σκοταδιστικό έχει να επιδείξει η σύγχρονη νεοθετικιστική αστική φιλοσοφία. Οι φτωχοί, οι εργαζόμενοι, τα λαϊκά στρώματα είναι άξιοι της τύχης τους γιατί είναι κατώτεροι, δεν έχουν φιλοδοξίες, δεν τολμούν, δεν επιθυμούν κάτι καλύτερο, κάνουν λάθη και …«ας πρόσεχαν». Είναι οι «οπαδοί της μιζέριας».
Το θέμα του άρθρου βέβαια εκτός από την Ικαρία, περιλαμβάνει και την «αριστερά». Εδώ είναι κάπως μπερδεμένος. Ο εχθρός είναι η «αριστερά»; Ή μήπως το «κομμουνιστικό ιδεώδες»; Οι «αριστεροί» γενικά ή οι κομμουνιστές; Μπερδεμένα πράγματα, αλλά δεν πτοείται από κάτι τέτοια. Στο κάτω-κάτω, τον συμφέρει να εμφανίζεται το εργατικό κίνημα διαιρεμένο και γεμάτο με εν δυνάμει αποστάτες, έτοιμους να δουλέψουν για λογαριασμό των δικών του συμφερόντων.

Και ο βιασμός της ιστορίας και της λογικής συνεχίζεται
Έτσι, όλα ξεκαθαρίζονται γύρω από το άρθρο. Η αφετηρία και το κίνητρο συγγραφής έχουν ένα και μόνο, απλό και σαφές περιεχόμενο: Το κίνητρο είναι απλά ταξικό. Από τη μια ο “κόσμος του επιχειρείν και των αγορών”. Και απέναντι του ο “κόσμος της εργατικής τάξης και των συμμάχων λαϊκών στρωμάτων”. Από τη μια τα πολιτικά κόμματα της ευρωπαϊκής και ελληνικής κεφαλαιοκρατίας και από την άλλη η πολιτική εκπροσώπηση των συμφερόντων των εργαζομένων. Η ταξική πάλη στο επίπεδο της σύγκρουσης ιδεολογιών. Χρειαζόταν ένα άρθρο που να στρέφεται κατά του ταξικού εχθρού, του εργατικού και λαϊκού κινήματος, των κομμουνιστών, της ιστορίας, των αγώνων τους υπέρ των λαϊκών συμφερόντων και δικαιωμάτων. Και στην Ικαρία το συνεπές επαναστατικό αγωνιστικό κίνημα έχει δυνατή ιστορία, βαθιές ρίζες, συνεχή παρουσία και αποτελεί ένα ισχυρό και γι’ αυτό επικίνδυνο πρότυπο. Το μόνο πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι για να χτυπηθεί και να συκοφαντηθεί πρέπει να πάει κανείς κόντρα στην αλήθεια. Όπου η αλήθεια δεν εξυπηρετεί, πρέπει είτε να αποσιωπηθεί είτε να διαστρεβλωθεί. Τόσο απλά, τόσο κυνικά.
Πιο πάνω, περιγράψαμε πώς η ιστορία της Ικαρίας και των κατοίκων της κατέληξε στο παρακάτω απλοϊκό σχήμα: Μια χούφτα κυνηγημένοι φυγάδες σε ένα φτωχό νησί ζουν μέσα στη μιζέρια, με μοναδικό πολιτιστικό κεκτημένο το «ιερό δικαίωμα της ιδιοκτησίας» και ένα ακατανόητο «ιδιότυπο πνεύμα κολλεκτίβας». Τώρα έρχεται η ώρα να αναζητήσουν την τύχη τους φεύγοντας μακριά. Ναυτικοί στα καράβια, εργάτες σε ξένα μέρη, στην Αθήνα και αλλού. Φεύγουν οι τολμηροί, οι ικανοί, οι έξυπνοι, οι οραματιστές οι φιλόδοξοι. Αναζητούν και βρίσκουν παραδείσους, προκόβουν, μορφώνονται γίνονται επιχειρηματίες, γίνονται επιτυχημένοι, με λίγα λόγια γίνονται …αστική τάξη(!) ή τέλος πάντων κάτι κοντινό και “χρήσιμο”. Αυτό λέγεται …«τεχνητή επιλογή» και αν κάποιος καταλαβαίνει τί σημαίνει, κερδίζει ένα πρωινό γεύμα με δροσερά …μωρόσυκα!
Και ο βιασμός της ιστορίας συνεχίζεται. Πίσω στο νησί, έμειναν οι «μίζεροι», οι τεμπέληδες, οι άχρηστοι. Ανίκανοι να προκόψουν, περίμεναν να πάνε στον πόλεμο, να μπολιαστούν από το «κομμουνιστικό ιδεώδες», να τραφούν από την «αξιακή εξύψωση της μιζέριας», μέσω του «μαζικού προσηλυτισμού» των εξορίστων και της «προπαγάνδας» των κομμουνιστών της Μέσης Ανατολής! Πόσο παχιά λόγια και πόσο μακριά από την πραγματικότητα! Είναι πράγματι εκπληκτικό πόσο εύκολα κάποιος μπορεί να κάνει το άσπρο να φαίνεται μαύρο, τη μέρα να φαίνεται νύχτα.
Ευτυχώς όμως, η αλήθεια όσο και αν κακοποιηθεί δεν χάνεται. Μένει εκεί και στοιχειώνει όσους την ταλαιπωρούν. Και η αλήθεια στην περίπτωσή μας είναι τελείως αντίθετη από αυτήν που κάποιοι θέλουν να παρουσιάσουν. Η αλήθεια λέει ότι όσοι Ικαριώτες έφυγαν από το νησί τους δεν το έκαναν σπρωγμένοι από όνειρα και φιλοδοξίες. Έφυγαν όπως ξεριζώνονται από τις εστίες τους όλοι οι μετανάστες, σε όλους τους τόπους και σε όλες τις εποχές. Έφυγαν σπρωγμένοι από την αδήριτη ανάγκη της φυσικής επιβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους. Έφυγαν για να γλυτώσουν από την πείνα και τις στερήσεις των στοιχειωδών. Η έμφυτη αγάπη για τον τόπο τους δεν θα τους είχε αφήσει να ξενιτευτούν, αν μπορούσαν να καλύψουν στοιχειωδώς τις ανάγκες επιβίωσης. Όπως ακριβώς κάποιοι κατάφεραν με πολλές δυσκολίες να μην φύγουν, να μείνουν στον τόπο τους, ακόμα και αν είχαν άλλα όνειρα. Η αλήθεια είναι ότι όλοι τους, και αυτοί που έφυγαν και αυτοί που έμειναν, έζησαν τη ζωή τους μέσα σε δυσκολίες, με ηρωισμό και κουράγιο. Και η αλήθεια είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία «πρόκοψαν» και γύρισαν στην αγαπημένη τους πατρίδα για να μοιραστούν την προκοπή τους με όσους έμειναν να «φυλάνε Θερμοπύλες». Τελικά, όλοι «πρόκοψαν» και άφησαν την προκοπή τους αυτή κληρονομιά στους απογόνους. Γιατί «προκοπή» δεν είναι το να αποκτήσει κανείς χρήματα και κοινωνική θέση όπως προσπαθούν με κυνικό τρόπο να μας επιβάλουν οι του «κόσμου των αγορών». Και θα ήθελα, αν γίνονταν θαύματα, να έβλεπα τον μπαρμπα Κώστα, να σηκώνεται από τον τάφο του, να τρέχει πάλι προς τον Αρμενιστή, κουβαλώντας το σακί τις πατάτες που μόλις είχε μαζέψει, να κουτρουβαλάει στη βρύση φωνάζοντας να τον περιμένει το βαπόρι για να τις στείλει στα παιδιά του που σπούδαζαν στην Αθήνα, στριμωγμένα σε ένα δωματιάκι και επιβιώνοντας κυρίως με το μαξούλι του πατέρα τους. Θα ήθελα πολύ να τον ξαναδώ, πώς θα αντιδρούσε αν κάποιος τον χαρακτήριζε “οπαδό της μιζέριας”. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για μερικούς. Η ντροπή τους είναι μάλλον άγνωστη.

Η αλήθεια επίσης λέει ότι, όσοι έφυγαν δεν βρέθηκαν σε βασιλικές αυλές, ούτε έμεναν σε χίλτον. Βρέθηκαν ναυτεργάτες στα καράβια, εργάτες στα ορυχεία, τις φάμπρικες, τα «πιάτα», τα καμίνια, τις οικοδομές, υπηρέτριες στο Κολωνάκι. Ένιωσαν στο πετσί τους την πιο άγρια εκμετάλλευση των όπου γης παράσιτων της αστικής τάξης. Η ακμάζουσα ικαριακή παροικία της Αμερικής, σε τέτοιους εργάτες στηρίχτηκε και «πρόκοψε» τόσο ώστε να αποτελεί σήμερα το πρότυπο για τον αρθρογράφο. Οι ξενιτεμένοι Ικαριώτες δεν έφυγαν έχοντας καβαλημένο το καλάμι των ονείρων και των φιλοδοξιών. Δούλεψαν σε όλες τις δουλειές, άντρες και γυναίκες, απέκτησαν εργατική ταξική συνείδηση, κατανόησαν και βίωσαν την εργατική ενότητα, την εργατική αλληλεγγύη, την οργανωμένη δράση σαν τα μοναδικά αλλά πανίσχυρα όπλα της εργατικής τάξης ενάντια στον ταξικό της εχθρό και τους πολιτικούς ή κρατικούς υπηρέτες του. Ήρθαν σε επαφή με το διεθνές εργατικό κίνημα, έδωσαν αγώνες για τα δίκαια των εργατών. Γνώρισαν τις νέες ιδέες του διεθνούς επαναστατικού εργατικού κινήματος, τις αρχές του Διαλεκτικού και Ιστορικού Υλισμού, του Μαρξισμού Λενινισμού, της επαναστατικής επιστημονικής θεωρίας της εργατικής τάξης. Είχαν κάθε λόγο να μπολιαστούν από τις ιδέες αυτές γιατί ήταν πρώτα απ’ όλα εργάτες. Και όπως είναι αποδεδειγμένο, η κοινωνική συνείδηση σε τελική ανάλυση διαμορφώνεται με βάση την κοινωνική θέση του καθενός. Τους ήταν όμως και πιο εύκολο να «πιάσει το μπόλι», καθώς οι ιδέες αυτές βρίσκονταν πολύ κοντά στην κουλτούρα τους και στον τρόπο ζωής τους. Και δεν είχαν ανάγκη από “πρότυπα αγωνιστών”, από “προσηλυτισμούς” και “προπαγάνδες”.
Αυτή είναι σε λίγες γραμμές η ιστορία της αριστεράς, η ιστορία του ΚΚΕ στην Ικαρία. Μια ιστορία αγώνων και θυσιών, όπως συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα τα τελευταία σχεδόν 100 χρόνια. Μια ιστορία με ηρωισμούς, με νεκρούς, σακατεμένες ζωές, καταστραμμένες οικογένειες. Μια ιστορία πάντα κόντρα στις μειοδοτικές χατζηαβάτικες πολιτικές που ακολουθούσε διαχρονικά η αστική τάξη της χώρας και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι. Μια ιστορία με λάθη, με αδυναμίες, αλλά και με πίστη στο δίκαιο του αγώνα για μιαν άλλη κοινωνία της αληθινής δικαιοσύνης, της αληθινής ισότητας. Μια πίστη στο δίκαιο του αγώνα, όπως λέει και ο ποιητής, «για να ανθρωπέψει ο άνθρωπος»!

Επίλογος
Ας μην πουλάνε κλάψα λοιπόν οι κύριοι «του κόσμου των επιχειρηματιών» και του «κόσμου των αγορών» γιατί οι ιδέες του «κόσμου του κομμουνιστικού ιδεώδους», και οι αγώνες του «κόσμου των πρωτοπόρων αγωνιστών του εργατικού και του λαϊκού κινήματος» κερδίζουν έδαφος σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Ας μην παραπονιούνται για τα υψηλά εκλογικά ποσοστά του ΚΚΕ στην Ικαρία. Αρκεί λίγο να σκεφτούν, αν το κυνήγι του κέρδους τους αφήνει χρόνο να σκεφτούν: Πού βρέθηκε διαχρονικά η αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι στις δύσκολες στιγμές της ελληνικής κοινωνίας κατά τον 20ο αιώνα, αλλά και πού βρίσκεται ακόμα και σήμερα; Ας αντιπαραβάλλουν τη δική τους στάση, απέναντι σε εκείνην του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Γιατί οι κομμουνιστές ήταν και είναι πάντα μπροστάρηδες στους λαϊκούς αγώνες, τους αγώνες για λαϊκή δικαιοσύνη, ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία. Γιατί μέτρησαν και μετράνε θύματα και θυσίες στον αγώνα για το πιάτο του κάθε φτωχού, του κάθε αδικημένου, χωρίς διακρίσεις. Και αυτό, τη στιγμή που τα κεφαλαιοκρατικά «παράσιτα», διαχρονικά στέκονταν πάντα δουλικά μπροστά στους ξένους, ξεκοκάλιζαν με θράσος τον κλεμμένο ιδρώτα των εργαζομένων που είχαν συσσωρεύσει, ενώ όποτε έβρισκαν ευκαιρία πατούσαν σαρκάζοντας κυνικά πάνω από τα κορμιά, τις ψυχές και το πνεύμα των εξαθλιωμένων. Από πού λοιπόν αντλούν το θράσος να κουνούν επιτιμητικά το δάχτυλο στους Ικαριώτες γι’ αυτό που ψηφίζουν; Μήπως – λέω εγώ τώρα – θα ήταν φρονιμότερο να είναι περισσότερο προσεκτικοί και να μην εκτίθενται τόσο εύκολα, μιλώντας για σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου;.
Οι αγώνες των κομμουνιστών και των λαϊκών αγωνιστών του ευρύτερου χώρου είναι καταξιωμένοι πια στη συνείδηση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, είτε τα ονομάσουμε «αριστερά» είτε αλλιώς. Ακόμα αναγνωρίζεται και από εκείνο το κομμάτι των ψηφοφόρων που δεν τους ψηφίζουν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Η αποδοχή αυτή εκφράζεται και πολιτικά και ειδικά στην Ικαρία με ιδιαίτερα αυξημένα εκλογικά ποσοστά, γεγονός που κάνει κάποιους να χάνουν τον ύπνο τους. Να χολώνονται και να ψάχνουν με κάθε τρόπο να περιορίσουν αυτή την επιρροή, ακόμα και προσβάλλοντας τους Ικαριώτες στο σύνολό τους, όπως κάνει ο αρθρογράφος με το επίμαχο άρθρο του.
Ας μην κουράζονται. Ας πιουν ξυδάκι και ας ηρεμήσουν. Το σύστημα που υπηρετούν, ο καπιταλισμός έχει πια σαπίσει και ζέχνει. Οι αντιδραστικές πολιτικές και οι σκοταδιστικές ιδεολογίες της κυρίαρχης αστικής τάξης ολοένα και χάνουν την επιρροή τους. Πολύ σύντομα, μέσα στον ιστορικό χρόνο, θα έρθουν καινούριες «καλύτερες μέρες που δεν θα τις έχουμε ξαναζήσει».

Και μια τελευταία διευκρίνιση από μέρους μου. Όσα γράφω, αποτελούν δικές μου απόψεις και γνώσεις, για τις οποίες φέρω ακέραια την ευθύνη, χωρίς να απολογούμαι για λογαριασμό κανενός τρίτου. Με την παρέμβασή μου αυτή δεν έχω καμιά πρόθεση ούτε να μειώσω κάποιους σαν πρόσωπα, ούτε από την άλλη να “πείσω” για τις ιδέες μου. Σέβομαι τις απόψεις όλων, όσο και αν διαφωνώ μαζί τους και διατηρώ το δικαίωμα να απαιτώ να σέβονται και τις δικές μου. Με την έννοια λοιπόν αυτή, μοναδικός στόχος μου πάντα θα είναι όχι το πρόσωπο, ούτε καν η διαφορετική άποψη, αλλά η υποκρισία, η διαστροφή της αλήθειας, ο αποπροσανατολισμός, ο ανορθολογισμός, η αλαζονική είτε προσβλητική συμπεριφορά απέναντι σε συνανθρώπους, με τους οποίους μάλιστα με συνδέουν ισχυροί ιστορικοί δεσμοί. Δεν διεκδικώ κανένα αλάθητο και είμαι έτοιμος να δεχτώ κάθε καλόπιστη κριτική, με την προϋπόθεση ότι θα στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία και σε λογικά επιχειρήματα. Ίσως ακούγεται εγωιστικό, αλλά προσβλέπω σε μια τέτοια κριτική που μπορεί να με κάνει καλύτερο σαν σκεπτόμενο άνθρωπο.
Τέλος, στο κείμενό μου αυτό, απέφυγα να παραθέσω αποσπάσματα άλλων κειμένων ή να παραπέμψω σε πηγές, αποκλειστικά για λόγους οικονομίας χώρου. Έτσι κι αλλιώς, η βιβλιογραφία για την Ικαρία είναι συγκεκριμένη και γνωστή και προσβάσιμη από όλους. Και καλό θα ήταν κάποιοι να την συμβουλεύονται πριν αποφασίσουν να γράψουν σχετικά.
Πάντως, για τη διευκόλυνση εκείνων που θα διαβάσουν αυτό το κείμενο, χωρίς να έχουν την αναγκαία ενημέρωση, παραθέτω σαν βοήθημα το εξαίρετο εκείνο αφιέρωμα της Καθημερινής πριν αρκετά χρόνια, που ποτέ δεν χάνει την αξία του.

Κωνσταντίνος Χ. Χαραλαμπίδης
Ικαριώτης από μητέρα (το γένος Ζαχαρία Παροίκου)
http://mypoliticalandhistoricaldiaries.blogspot.gr/

Συμπίλημα: Η λέξη έχει γίνει του συρμού πια και είπα να την χρησιμοποιήσω κι εγώ, αλλά με την επικρατούσα στα λεξικά μεταφορική της έννοια: Συμπίλημα= πνευματικό έργο φτιαγμένο από ένα σύνολο αποσπασμάτων διαφόρων πηγών, χωρίς συνάφεια και χωρίς πρωτοτυπία. Συνώνυμο: συνονθύλευμα.

ΠΗΓΗ

Κοινοποίηση άρθρου: