CasaPound, Κάνοντας Ξανά Μόδα το Φασισμό

Το άρθρο είναι το έβδομο σε σειρά άρθρων για τον εθνικοαναρχισμό και τις νέες εκφράσεις του φασισμού και του νεοναζισμού

Την νύχτα της 27ης Δεκεμβρίου 2003, πέντε άνδρες μπήκαν κρυφά σε ένα τεράστιο, άδειο κτίριο γραφείων στη Ρώμη, λίγο πιο νότια από τον βασικό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, Roma Termini. Λίγες μέρες νωρίτερα, οι άνδρες είχαν κολλήσει ψεύτικες αφίσες, ζητώντας από τους περαστικούς να βοηθήσει ώστε να βρουν μια χαμένη μαύρη γάτα με το όνομα «Πάουντ». Ήταν μια μέθοδος για να αποφύγουν το να προκαλέσουν υποψίες καθώς ανίχνευαν το κτίριο πριν εισβάλουν σε αυτό.

Τίποτα δεν αφέθηκε στη τύχη του: η ημερομηνία, μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, επιλέχθηκε γιατί δεν θα κυκλοφορούσαν πολλοί άνθρωποι. Ακόμη και το όνομα και το χρώμα της γάτας δεν ήταν τυχαίο: «Πάουντ» ήταν αναφορά στον Αμερικάνο ποιητή και ευαγγελιστή του φασισμού Ezra Pound. Και μαύρο ήταν το χρώμα που συνδέονταν με τον ήρωα τους, Benito Mussolini. Σκόπευαν να δημιουργήσουν ένα ραδιοφωνικό σταθμό μέσα από το νέο τους κτίριο που θα ονομάζονταν Radio Bandiera Nera – Ράδιο Μαύρη Σημαία.

Ο άνδρας που έδινε τις διαταγές εκείνη τη νύχτα ήταν ο Gianluca Iannone. Τότε 30, ήταν ψηλός, σωματώδης και απότομος. Με το ξυρισμένο του κεφάλι και πλούσια γενειάδα, έμοιαζε λίγο σαν να άνηκε στους Hell’s Angels. Στο λαιμό του, στην αριστερή πλευρά, είχε σε τατουάζ τη φράση «me ne frego» («Δε με νοιάζει» – το σύνθημα που χρησιμοποιούσαν τα στρατεύματα του Mussolini). Ο Iannone ήταν διάσημος στους φασιστικούς κύκλους ως ο τραγουδιστής ενός rock συγκροτήματος που λέγονταν ZZA, και ως ιδιοκτήτης μιας pub στη Ρώμη, με το όνομα Cutty Sark, που ήταν σημείο συνάντησης για την ακροδεξιά της Ρώμης.

Οι πέντε άνδρες ήταν νευρικοί και ενθουσιασμένοι καθώς άλλαζαν μεταξύ τους καθώς προσπαθούσαν να ανοίξουν την ξύλινη μπροστινή πόρτα με λοστούς. Οι άλλοι συγκεντρώνονταν κοντά, για να φυλάνε και να του παρέχουν κάλυψη. Μόλις η πόρτα υποχώρησε, όρμησαν μέσα, κλείνοντας τη πόρτα πίσω τους. αυτό που ανακάλυψαν ήταν εκπληκτικό. Υπήρχε μια τεράστια αίθουσα υποδοχής στο ισόγειο, μια μεγάλη σκάλα, ακόμη και ασανσέρ. Υπ0ήρχαν 23 σουίτες στο επταώροφο κτίριο. Ο προηγούμενος ένοικος, ένας κρατικός οργανισμός, είχε φύγει την προηγούμενη χρονιά, έτσι το μέρος ήταν παγωμένο και υγρό. Ήταν όμως τεράστιο, κάλυπτε χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα. Το κερασάκι στη τούρτα ήταν η ταράτσα: μια τεράστια οροφή με τοίχους από όπου μπορούσες να δεις ολόκληρη τη Ρώμη. Οι άνδρες μαζεύτηκαν εκεί και αγκαλιάστηκαν, αισθανόμενοι πως είχαν βάλει μια σημαία στο κέντρο της ιταλικής πρωτεύουσας – μια σκληρή γειτονιά, το Εσκουελίνο, που ήταν το σπίτι για πολλούς Αφρικανούς και Ασιάτες μετανάστες. Ο Iannone βάφτισε το κτίριο τους «η ιταλική πρεσβεία».

Το κτίριο έγινε το αρχηγείο ενός νέου κινήματος που ονομάζονταν CasaPound. Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, θα άνοιγε ακόμη 106 κέντρα σε ολόκληρη την Ιταλία. Ο Iannone, που υπηρέτησε στον ιταλικό στρατό για τρία χρόνια, περιέγραφε κάθε νέο κέντρο ως «εδαφική επανάκτηση». Επειδή κάθε κέντρο ήταν αυτοχρηματοδοτούμενο, και επειδή ισχυρίζονταν πως «εξυπηρετούσαν το λαό», αυτά τα νέα κέντρα με τη σειρά τους άνοιξαν γυμναστήρια, μπαρ, βιβλιοπωλεία, λέσχες παραπέντε, λέσχες κατάδυσης, ομάδες ποδοσφαίρου, εστιατόρια, κλάμπ, στούντιο τατουάζ και κουρεία. Ξαφνικά η CasaPound έμοιαζε να βρίσκεται παντού. Παρουσιάζονταν όμως ως κάτι πέρα από τη πολιτική: ήταν «μεταπολιτική», θυμίζοντας τον επιδραστικό φασίστα φιλόσοφο, Giovanni Gentile, που έγραψε το 1925 πως ο φασισμός «πάνω από όλα τα άλλα ήταν μια ολοκληρωμένη αντίληψη για τη ζωή»

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι αναβιώσεις του φασισμού αντιμετωπίζονταν συνήθως, από το ιταλικό ευρύ κοινό ως νοσταλγικές, απολίτιστες και βάρβαρες. Η CasaPound διέφερε. Εμφανίζονταν ως προοδευτική, καλλιεργημένη, ακόμη και ανοιχτή σε όλους. Ο Iannone στράφηκε στο φασισμό στα νεανικά του χρόνια εξαιτίας «του ενδιαφέροντος του για τα σύμβολα», και αναμίγνυε δημιουργικά και συνταίριαζε μυστικούς κώδικες, συνθήματα και σύμβολα από το ventennio του Mussolini (όπως ονομάζουν την 20ετή του παραμονή στην εξουσία), και τα μετέτρεψε σε στίχους του 21ου αιώνα, λογότυπα και πολιτικές θέσεις. Σε μια χώρα στην οποία το στυλ και η εμφάνιση είναι τα πάντα, η CasaPound ήταν φασισμός για χίπστερ. Υπήρχαν αναφορές για βία, αλλά αυτό – για νεαρούς άνδρες που αισθάνονταν δίχως σκοπό, περιθωριοποιημένοι, ακόμη και ευνουχισμένοι – απλά αύξησε τη γοητεία της. πολλοί συνέρρευσαν για να δώσουν τα 15€ τους για να γίνουν μέλη.

Ως τις αρχές της δεκαετίας του 2000, δεν ήταν πια ταμπού για πολιτικούς της κεντρικής πολιτικής σκηνής να μιλάνε θερμά για το Mussolini: θαυμαστές του Duce είχαν γίνει υπουργοί κυβερνήσεων, και πολλά περιθωριακά φασιστικά κόμματα ισχυροποιούνταν – Fuorza Nuova, Fronte Sociale Nazionale, και διάφορες οργανώσεις skinhead. Εκεί όμως που οι άλλοι skinhead έμοιαζαν να είναι μια οπισθοδρόμηση στη δεκαετία του 1930, η CasaPound εστίαζε σε σύγχρονα ζητήματα και έστηνε δημιουργικές εκστρατείες: το 2006 κρέμασαν 400 κούκλες σε ολόκληρη τη Ρώμη, με πινακίδες που διαμαρτύρονταν για τη στεγαστική κρίση στη πόλη. Το 2012, ακτιβιστές της CasaPound κατέλαβαν τα γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Ρώμη και άδειασαν σακιά με κάρβουνο απέξω για να διαμαρτυρηθούν για λογαριασμό των Ιταλών ανθρακωρύχων. Πολλές από τις πολιτικές τους μοιάζουν αναπάντεχες: ήταν φυσικά εναντίον της μετανάστευσης, αλλά βασίζονταν στην φαινομενικά «προοδευτική» βάση πως η εκμετάλλευση των μεταναστών εργατών αντιπροσώπευε επιστροφή στη σκλαβιά.

Οι περισσότεροι Ιταλοί αντιμετωπίζουν την CasaPound με ένα μίγμα ενδιαφέροντος και ανησυχίας για 15 χρόνια, προσπαθώντας να καταλάβουν τι ακριβώς είναι. Το κίνημα ισχυρίζεται πως είναι δημοκρατική και αξιόπιστη εκδοχή του φασισμού, αλλά κατηγορείται πως ενθαρρύνει τη βία και το ρατσισμό. Οι ακτιβιστές της CasaPound μου έχουν επαναλάβει πολλές φορές πως είναι μια ενωτική δύναμη για την Ιταλία, αλλά πολλοί Ιταλοί ανησυχούν πως απλά αναδημιουργούν ιστορικές διαιρέσεις σε μια κοινωνία που βρίσκεται σε μια βαθιά κρίση ταυτότητας.

Το «ερώτημα CasaPound» πλέον μπαίνει με σπουδαιότητα, επειδή επιδιώκει να μπει τον επόμενο μήνα στο κοινοβούλιο. Στις 4 Μαρτίου, οι Ιταλοί θα πάνε στις κάλπες σε μια εκλογική διαδικασία στην οποία κεντροδεξιά και ακροδεξιά κόμματα αναμένεται να θριαμβεύσουν. Οι εκλογικές πιθανότητες της ίδιας της CasaPound είναι μηδαμινές: αν και στο παρελθόν σε συγκεκριμένες εκλογικές περιφέρειες πήραν σχεδόν 10% των ψήφων , θα χρειαστούν τουλάχιστον 3% του συνόλου των ψήφων σε εθνικό επίπεδο για να κερδίσουν κάποια βουλευτική έδρα, πράγμα που μοιάζει πρακτικά αδύνατο. Ωστόσο, η διάχυση και η μεγέθυνση αντίπαλων ακροδεξιών κομμάτων δεν είναι σημάδι απαξίωσης του κινήματος, αλλά της επιτυχίας του. Για δεκαπέντε χρόνια, η CasaPound λειτουργεί σαν τη μαγιά στο ακροδεξιό ζυμάρι – το συστατικό που κάνει τα πάντα γύρω του να φουσκώσουν.

Η CasaPound γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σαν ένα είδος λέσχης θαυμασμού του Mussolini… με αλκοόλ. Κάθε Δευτέρα βράδυ, μια δεκαριά άνδρες συναντιόνταν στο Cutty Sark και να «σχεδιάσουν το επόμενο βήμα», όπως θυμήθηκε κάποιος. Εκεί ήταν που ο Iannone συνάντησε τον άνδρα που θα γινόταν ο υπαρχηγός του, τον Simone Di Stefano. Ο Di Stefano ήταν δυο χρόνια νεαρότερός του και πιο ήσυχός, αλλά σε όλη του τη ζωή δεξιός ακτιβιστής. «Ήμασταν καταστασιακοί που προσπαθούσαν να κάνουν το κόσμο να ξυπνήσει», λέει ο Di Stefano, καθώς θυμάται τα παλιά, «μποέμ καλλιτέχνες που εμπνεόμασταν από πρότυπα όπως ο Obey Giant (Shepard Fairey) και ο Banksy».

Το 1997, ο Iannone, ο Di Stefano και οι φίλοι τους είχαν κολλήσει 10000 αυτοκόλλητα σε ολόκληρη τη Ρώμη: πάνω από πρόσωπα δίχως μάτια, με barcode στο μέτωπο και παρανοϊκά χαμόγελα, υπήρχαν απλά τρεις μυστήριες λέξεις: Zeta Zero Alfa. Ήταν το όνομα μιας punk rock μπάντας που είχε αποφασίσει να δημιουργήσει ο Iannone, με το όνομα να αποτελεί αναφορά τόσο στον αμερικάνικο θρύλο της rock μουσικής ZZ Top αλλά και την ιδέα πως ο κόσμος έπρεπε να επιστρέψει στην αρχή, πίσω στο «άλφα».

Η Zetazeroalfa έγινε, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές αυτής του 2000, μια δύναμη διάδοσης του φασισμού. Κάνοντας περιοδείες σε ολόκληρη την Ιταλία, η μπάντα τραγουδούσε θορυβώδη punk rock τραγούδια με στίχους όπως «nel dubbio, mena» («αν αμφιβάλεις, δείρε») ή «amo questo mio popolo fiero/che non conosce pace» («αγαπάω αυτό το περήφανο λαό/που δεν γνωρίζει από ειρήνη»). Εκείνες τις πρώτες ημέρες, ο Iannone είχε περίπου 100 φανατικούς οπαδούς, που χρησίμευαν σαν βοηθοί, ασφάλεια, τεχνικοί, και πωλητές. Το συγκρότημα πωλούσε τόσα t-shirt όσα και CD, με ατάκες Picchia il VIP («δείρτε τους VIP») και Accademia della sassaiola («Ακαδημία λιθοβολισμού»). Το τραγούδι που έγινε αγαπημένο μεταξύ των οπαδών ήταν το Cinghiamattanza, που σημαίνει «θάνατος από ζώνη»: σε όλες τις συναυλίες έγινε κάτι σαν ιεροτελεστία να βγάζουν τις ζώνες τους και να χτυπάνε ο ένας τον άλλο.

Εκείνα τα χρόνια, ο Iannone ήταν περισσότερο rock star παρά μελανοχίτωνας. Το ανεπίσημο κίνημα του ήταν περισσότερο για τη μουσική παρά για μανιφέστα. Ο δικηγόρος της CasaPound, Domenico Di Tullio, ήταν κάποτε ο μπασίστας και τραγουδιστής μιας ακροδεξιάς μπάντας που ονομάζονταν Malabestia, (διαβολικό κτήνος). Έμαθε για την CasaPound, όταν ο Iannone δίδασκε ταϋλανδέζικη πυγμαχία σε ένα γυμναστήριο. «Η CasaPound ήταν πάντοτε», είπε ο Di Tullio, «κάπου στη μέση μεταξύ πολιτικής και rock ‘n’ roll». Ο Iannone ήταν ικανός επιχειρηματίας: ήταν συνιδρυτής μιας δεξιάς δισκογραφικής εταιρίας που ονομάζονταν «Rupe Tarpeia» – το όνομα του ρωμαϊκού βράχου από όπου πετούσαν τους προδότες για να πεθάνουν.

Ο Iannone – που ήταν παθιασμένος με το Fight Club του Chuck Palahniuk – είχε συλληφθεί μερικές φορές για επίθεση, μια φορά επειδή χτύπησε έναν εκτός υπηρεσίας καραμπινιέρο στο Πρεντάπιο, το ταφικό μνημείο του Mussolini, επειδή ήταν «μεθυσμένος και φέρθηκε ηλίθια». Αναθεωρητές ιστορικοί και δεξιοί πολιτικοί στη δεκαετία του 1990 δούλεψαν σκληρά για να αποκαταστήσουν τον Mussolini: το να εκφράζεις θαυμασμό για αυτόν δεν ήταν πια αιρετικό, αλλά σημάδι θαρραλέας σκέψης. Το καθεστώς του Mussolini χρωματίστηκε ως καλοήθες – «δεν σκότωσε ποτέ κανένα» είπε ο Silvio Berlusconi, που έγινε πρωθυπουργός για πρώτη φορά το 1994 – και παρουσιάζονταν ως ανώτερο ως προς την διαφθορά και το χάος της ορκισμένα αντιφασιστικής Πρώτης Δημοκρατίας που κράτησε από το 1948 ως το 1992. Ο Berlusconi και οι ακροδεξιοί του σύμμαχοι περιφρονούσαν τους παραδοσιακούς αντιφασιστικούς εορτασμούς της 35ης Απριλίου, την ημερομηνία της απελευθέρωσης της Ιταλίας από το ναζιστικό φασισμό.

Πονηρός πολιτικός ο Berlusconi, δεν έθετε αυτή την ατζέντα αλλά την ακολουθούσε. Ήξερε πως θα του πρόσφερε ψήφους. Χτίρια σε ολόκληρη την Ιταλία, αλλά κυρίως στο νότο, ακόμη έχουν τα ξεθωριασμένα γράμματα της λέξης «DUCE». Υπάρχουν πολλά μνημεία, ακόμη και ένα βουνό, που ακόμα φέρει το όνομα του. Μια χώρα που δεν αποκηρύσσει το παρελθόν της, αλλά το ενσωματώνει, η Ιταλία ως τα τέλη της χιλιετίας ήταν έτοιμη να συμπεριλάβει τα εγγόνια του Mussolini στο πολιτικό σώμα.

Τον Ιούλιο του 2002 οι ακτιβιστές που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τον Gianluca Iannone και την ZZA κατέλαβαν το πρώτο τους κτίριο, ένα εγκαταλειμμένο σχολείο βόρεια της Ρώμης. Οι καταλήψεις ήταν πάντοτε μια μορφή διαμαρτυρίας για την ακροαριστερά στην Ιταλία: πολλές καταλήψεις είχαν γίνει «κοινωνικά κέντρα» με την αστυνομία και τους πολιτικούς να τα ανέχονται διακριτικά. Τώρα η ακροδεξιά δοκίμαζε τη τακτική. Ο Iannone ονόμασε το κατειλημμένο σχολείο Casa Montag, από τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Fahrenheit 451, Guy Montag, που έγραψε ο Ray Bradbury.

Ήταν οι πρώτες από πολλές περιπτώσεις στην οποία η CasaPound θα ανέτρεπε τις ιδεολογικές προσδοκίες. Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν το μυθιστόρημα του Bradbury ως κριτική για το αντι-ακαδημαϊκό, ολοκληρωτικό κράτος, για την CasaPound όμως αντιπροσώπευε την δική τους καταπίεση από τις δυνάμεις του αντιφασισμού στην ιταλική πολιτική, τους οποίους θεωρούν ως μεταφορικούς εμπρηστές βιβλίων. Προλαβαίνοντας την ρητορική της alt-right, η CasaPound ισχυρίζονταν πως ήταν χώρος «όπου ο διάλογος είναι ελεύθερος».

Μέσα σε 18 μήνες, ωστόσο, οι άνδρες του Iannone αναβαθμίστηκαν και μετακινήθηκαν στο κέντρο της Ρώμης, καταλαμβάνοντας το τεράστιο κτίριο στο Εσκουιλίνο. Ο στόχος τους το 2003 δεν ήταν πολιτικός με κοινοβουλευτική έννοια: οι ακτιβιστές ήθελαν να ζήσουν κάπου φτηνά όλοι μαζί, να δημιουργήσουν ένα χώρο για τα ιδανικά τους, πάνω από όλα, να κάνουν μια δήλωση.

Στην είσοδο του νέου τους σπιτιού, τα μέλη της CasaPound έγραψαν περίπου εκατό επίθετα με φανταχτερά χρώματα, δείχνοντας την ιδεολογική καταγωγή του κινήματος τους. πολλά ήταν προφανή – Mussolini, Oswald Mosley, Nietzsche, ο συγγραφέας και πρωτοφασίστας Gabriele D’ Annunzio, o Ιταλός φασίστας φιλόσοφος Julius Evola – αλλά πολλά περισσότερα ήταν παράξενα ή ευσεβής πόθοι: Όμηρος, Πλάτωνας, Dante Kerouac και ακόμη και χαρακτήρες κόμικ όπως ο Captain Harlock και ο Corto Maltese. Όλοι ήταν άνδρες.

Το κίνημα δεν έκρυψε ποτέ το θαυμασμό του για τον Benito Mussolini. Τοποθετήθηκαν φωτογραφίες και συνθήματα του il Duce. Κάθε ακόλουθος αναφέρονταν ως «camerata» (η φασιστική εκδοχή του «σύντροφος») και αντάλλασσαν τον παλιομοδίτικο χαιρετισμό των «λεγεωνάριων», σφίγγοντας ο ένας τον πήχη του άλλου παρά το χέρι. Πάνω από την είσοδο στο εξωτερικό του κτιρίου εμφανίστηκε, σε μπεζ, ψεύτικο μάρμαρο, το «CASAPOVND»

Αυτό που έκανε την CasaPound μοναδική ήταν το παιχνίδι παραπλάνησης που έπαιζε με τα γοητευμένα από αυτή μέσα ενημέρωσης. Τόσο ο Di Stefano όσο και ο Iannone γνώριζαν πολύ καλά τα μέσα: ο Di Stefano ήταν γραφίστας και ο Iannone, μετά το στρατό, είχε δουλέψει σαν βοηθός σκηνοθέτη στο Unomattica, ένα πρωινό πρόγραμμα στη RAI, την κρατική τηλεόραση. Προωθούσαν την CasaPound μέσα από ψεύτικα τηλεφωνήματα σε εφημερίδες, την εισβολή σε τηλεοπτικά στούντιο, την φρενήρη παραγωγή αφισών και αυτοκόλλητων, την οργάνωση συζητήσεων και τις περιστασιακές πράξεις βίας.

Άρχισαν επίσης να προωθούν πολιτικές που η αριστερά είχε εγκαταλείψει κάθε ελπίδα πως θα ακούγονταν ξανά, όπως η επανεθνικοποίηση του ιταλικού τραπεζικού συστήματος, των τηλεπικοινωνιών, της υγείας, των μεταφορών και του τομέα ενέργειας. Ανέφεραν τις πιο προοδευτικές πλευρές της πολιτικής του Mussolini, εστιάζοντας στα «κοινωνικά του δόγματα», που αφορούσαν την στέγαση, τα συνδικάτα, την υγιεινή και το κατώτατο μισθό. Η CasaPound παραδέχτηκε πως οι φυλετικοί νόμοι του 1938 (που εισήγαγαν τον αντισημιτισμό και τις απελάσεις) ήταν «λάθη»· το κίνημα ισχυρίζονταν πως είναι «αντίθετο σε κάθε μορφή διάκρισης που βασίζεται σε φυλετικά ή θρησκευτικά κριτήρια, ή σε σεξουαλικές προτιμήσεις».

Η εστίαση της CasaPound στην στέγαση επίσης άρεσε στους ψηφοφόρους της παλιάς αριστεράς. Το λογότυπο ήταν μια χελώνα (ένα ζώο που πάντοτε είχε μια στέγη πάνω από το κεφάλι του) και το όνομα του Ezra Pound χρησιμοποιήθηκε εν μέρει επειδή διαμαρτύρονταν, στο ποίημα του Canto XLV, εναντίον του ενοικίου (το θεωρούσε τοκογλυφία) και τους άπληστους σπιτονοικοκύρηδες. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε η CasaPound στα κατειλημμένα της κτίρια ήταν να κρεμάσει πανό από τα παράθυρα που διαμαρτύρονταν ενάντια στις τεράστιες αυξήσεις των ενοικίων και τις εξώσεις – το 2009, γινόντουσαν κατά μέσο όρο 25 εξώσεις κάθε μέρα. Έκαναν εκστρατεία για ένα «κοινωνικό δάνειο», στο οποίο οι πληρωμές ενοικίου θα γίνονταν ουσιαστικά δόσεις στεγαστικού, μετατρέποντας τον ένοικο σε ιδιοκτήτη. Μέσα σε μήνες, είχαν δώσει στέγη σε εκατοντάδες άστεγες οικογένειες, όπως και σε πολλούς camerati που είχαν οικονομικές δυσκολίες.

Η CasaPound επίσης παρουσίαζε τον εαυτό της ως το σπίτι και των ιδεολογικά άστεγων επίσης. Ο Iannone είπε πως πρόσφερε «ένα χώρο ελευθερίας, όπου ο καθένας που είχε κάτι να πει και δεν μπορεί να πει αλλού θα βρίσκει πάντοτε πολιτικό άσυλο». Υιοθέτησε μια στάση όπου φαίνονταν όχι ως κομμάτι του διαλόγου, αλλά το δοχείο του. Θύμισε σε κάποιους τα λόγια του Mussolini πως «ο φασισμός είναι η εκκλησία όλων των αιρέσεων».

Ο Iannone ήταν πάντοτε υποστηρικτής της δράσης. Ήξερε πως ο φασισμός πάντοτε ανδρώνονταν μέσα από την ανάληψη πρωτοβουλίας: μιλούσε συχνά για τους πρωτοφασίστες arditi («οι τολμηροί»), μια ομάδα εθελοντών που πολεμώντας υπό τον D’Annunzio, κατέλαβαν την πόλη του Φιούμε μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο σε μια προσπάθεια να λύσει μια διαμάχη για τα σύνορα μεταξύ Ιταλίας και της τότε Γιουγκοσλαβίας. Ο Iannone ήξερε πως ο Mussolini είχε δημοσιεύσει το πρώτο του μανιφέστο από ένα κατειλημμένο κτίριο στη Πλατεία του Παναγίου Τάφου στο Μιλάνο. Ακόμη και εκεί, στη δράση, η CasaPound δανείζονταν αριστερή εμφάνιση: μιμούμενη τη στρατηγική του Ιταλού μαρξιστή φιλοσόφου Antonio Gramsci, στόχευε σε αυτό που ο Gramsci ονόμαζε «πολιτιστική ηγεμονία» με το να διεισδύσουν σε πολιτιστικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες των καθημερινών Ιταλών.

Έτσι η CasaPound άρχισε να ανοίγεται σε μια κλίμακα δίχως προηγούμενο: το 2006 ένα δημιουργήθηκε μαθητικό κίνημα που ονομάστηκε Blocco Studento. Ένα γυναικείο φασιστικό κίνημα, το Tempo di Essere Madri («Καιρός να Γίνεις Μητέρα»), δημιουργήθηκε από τη σύζυγο του Iannone. Μια ψευδο-οικολογική ομάδα, η La Foresta Che Avanza, δημιουργήθηκε ώστε να φέρει «τη πολιτική στη φύση». (Νωρίτερα αυτό το μήνα, 200 εθελοντές από τη La Foresta συγκεντρώθηκαν για να επιδιορθώσουν το τεράστιο μνημείο προς τον Mussolini – την λέξη DUX, που σχηματίζεται με πεύκα – σε μια βουνοπλαγιά στο Αντροδοκο). Τα μέσα – είτε από περιέργεια, αγανάκτηση ή θαυμασμό – ανέφεραν κάθε δραση: όπως μου είπε ο Di Stefano, «ότι έκανε η CasaPound γινόταν είδηση».

Υπάρχουν πολλές ιδεολογικές ακροβασίες. Το 2007, η CasaPound άρχισε να περιγράφει τον εαυτός της όχι ως φασιστικό, αλλά ως estreno centro alto (από το τίτλο ενός τραγουδιού των ZZA, που σημαίνει «ακραίο, υψηλό κέντρο»). Ανέφεραν απίθανες επιρροές, όπως ο Che Guevara και οι σπουδαίοι αναρχικοί τραγουδιστές-τραγουδοποιοί, όπως ο Rino Gaetano και ο Fabrizio De André.

Αυτή η σύγχυση ήταν μια συνέχεια αυτού που ο ιταλικός φασισμός, αντίθετα από το στερεότυπο, έκανε συχνά. Ο Mussolini είπε κάποτε: «Δεν πιστεύουμε σε δογματικά προγράμματα… επιτρέπουμε στους εαυτούς την πολυτέλεια να είμαστε αριστοκράτες και δημοκράτες, συντηρητικοί και προοδευτικοί, αντιδραστικοί και επαναστάτες, νόμιμοι και παράνομοι». Ο ολοκληρωτισμός του Mussolini συχνά συνεπάγονταν όχι μια απόλυτη καθαρότητα, αλλά μια πανουργία. «Ο Mussolini δεν είχε φιλοσοφία», έγραψε κάποτε ο Umberto Eco, «Είχε μόνο ρητορική».

Για του πολιτικούς επιστήμονες, αυτή η δημιουργική, εκκεντρική δύναμη από τα πολιτικά άκρα ήταν σαγηνευτική. Μεταξύ 2006 και 2014, δεκάδες βιβλία εκδόθηκαν για το κίνημα – κάποια από φίλους της CasaPound, άλλα όμως από ακαδημαϊκούς οίκους στην Ιταλία και το εξωτερικό. Οι τελευταίοι ανησυχούσαν για τις διαβολικές συνέπειες του αγαπημένου συνθήματος του Mussolini: libro e moschetto – fascista perfetto (το στιχάκι που καυχιόταν πως «βιβλίο και τουφέκι» κάνουν τον «τέλειο φασίστο»). Πόσο σημαντικό, αναρωτιόνταν οι άνθρωποι, είναι αυτό το «τουφέκι»; Η CasaPound μερικές φορές απολάμβανε την βίαιη φήμη της, και κάποιες φορές θύμωνε εξαιτίας της. Περήφανα ονόμαζε τις καταλήψεις και τις πράξεις της παραδείγματα τακτικής αντάρτικου πόλης, και άλλες φορές ο τόνος ήταν πιο ήπιος: ήταν απλά atti goliardici, «μποέμικες πράξεις».

Αυτή η παράδοξη συμπεριφορά προς τη βία αποδίδεται περιληπτικά στα τεράστια κόκκινα γράμματα που ήταν γραμμένα με κόκκινη μπογιά σε ένα κεντρικό τοίχο στο αρχηγείο της CasaPound: «Santa Teppa» – Άγιος Όχλος. Ήταν μια φράση που χρησιμοποίησε κάποτε ο Mussolini για να περιγράψει τους μελανοχίτωνες. Οι ακτιβιστές της CasaPound λένε πως είναι συνεχώς υπό επίθεση από αριστερά «κοινωνικά κέντρα» και αντιφασίστες. Όταν όμως τους γνωρίσεις, όμως, η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική. «Δεν είμαστε βίαιη οργάνωση», μου είπε ένας ακτιβιστής, «αλλά δεν είμαστε και μη βίαιη».

Ο σκληρός πόλεμος μεταξύ των Ιταλών παρτιζάνων και των φασιστών από το 1943 ως το 1945 – που μερικές φορές αναφέρεται ως ο εμφύλιος πόλεμος της χώρας – συνεχίστηκε σποραδικά μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Από το 1952, όταν ψηφίστηκε ένας νόμος που ποινικοποιούσε τις προσπάθειες αναβίωσης του φασιστικού κόμματος του Mussolini, οι Ιταλοί φασίστες βλέπουν τους εαυτούς τους ως τα θύματα, παρά τους υποκινητές, της κρατικής καταστολής. Στη πραγματικότητα ωστόσο, δεν υπήρξε το αντίστοιχο της γερμανικής αποναζιστικοποίησης: σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο, ένα ακροδεξιό πολιτικό κόμμα – το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (Movimento Sociale Italiano, MSI) – κράτησε ζωντανή τη φλόγα του Mussolini, στο ζενίθ του το 1972 κέρδισε 9% ή 2.7 εκατομμύρια ψήφους. Διάφορες οργανώσεις που αποσχίστηκαν από το MSI εμφανίστηκαν – η πιο διαβόητη είναι η Ordine Nuovo του Pino Rauti, που εμπλέκονταν στην βομβιστική επίθεση σε μια τράπεζα το 1969 που σκότωσε 17 πολίτες.

Αυτή η βαρβαρότητα ήταν η αρχή μιας περιόδου που έμεινε γνωστή ως «τα χρόνια του μολυβιού»: τη δεκαετία του 1970, ακροδεξιές και ακροαριστερές οργανώσεις πολέμησαν, πυροβόλησαν, έβαλαν βόμβες και απήγαγαν όχι μόνο η μια την άλλη, αλλά επίσης το κοινό και τους εκπροσώπους του κράτους. Και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούσαν την ρητορική της δεκαετίας του 1940, θυμίζοντας τον ηρωισμό ή την απιστία των φασιστών και των αντιφασιστών, τρεις δεκαετίες νωρίτερα.

Μέσα όμως στη βία της δεκαετίας του 1970, υπήρξαν προσπάθειες να υπάρξει εκμετάλλευση της «απαλότερης» πλευράς της ακροδεξιάς, με φεστιβάλ όπου η μουσική, η γραφιστική, η ιστορία και η οικολογία ήταν αντικείμενο συζήτησης. Αποκαλούνταν «κατασκηνώσεις των Χόμπιτ», μιας και ο JRR Tolkien ήταν από παλιά ήρωας για τους Ιταλούς νεοφασίστες, που τους άρεσε να αναφέρουν τα λόγια του Bilbo Baggins πως «οι βαθιές ρίζες δεν παγώνουν». Υπήρχε μια δημοφιλής αριστερή βρισιά πως οι φασίστες ανήκαν στον «υπόνομο», και έτσι ένα περιοδικό με τίτλο La Voce della Fogna («Η Φωνή του Υπόνομου») άρχισε να εκδίδεται από αμετανόητους.

Το νεοφασιστικό κίνημα που επηρέασε την CasaPound, η Terza Posizione, δημιουργήθηκε το 1978. Έλεγε πως απέρριπτε και τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, και – όπως και η CasaPound – προσπάθησε να αναβιώσει τις κοινωνικές πολιτικές του Mussolini. (Ο Iannone έχει το σύμβολό της σε τατουάζ στο μεσαίο δάχτυλο το αριστερού του χεριού. Ο υπαρχηγός του, ο Simone Di Stefano, πέρασε μια χρονιά στο Λονδίνο δουλεύοντας με ένα από τους ιδρυτές της Terza Posizione τη δεκαετία του 1990).

Την ίδια χρονιά, δυο νεαροί ακτιβιστές πυροβολήθηκαν έξω από τα γραφεία της MSI στην Άκα Λαρέντια στη Ρώμη. Εκείνο το απόγευμα, όταν ένας δημοσιογράφος δήθεν έδειξε ασέβεια προς τα θύματα πετώντας ένα αποτσίγαρο σε μια λίμνη αίματος, ακολούθησαν επεισόδια όπου σκοτώθηκε ένας τρίτος νεαρός από έναν αστυνομικό. Ακολούθησαν και άλλοι θάνατοι την αρχική αιματοχυσία: ο πατέρας ενός από τους νεαρούς άνδρες που σκοτώθηκαν αυτοκτόνησε. Την πρώτη επέτειο της Άκα Λαρέντια, ακόμη ένας ακτιβιστής σκοτώθηκε από την αστυνομία.

Η Άκα Λαρέντια, για τους φασίστες, έμοιαζε με απόδειξη πως ήταν ακίνητοι στόχοι. Κάποιοι αποκήρυξαν τον εξτρεμισμό στο σύνολό του, αλλά άλλοι απλά τον πήγαν ένα βήμα παραπέρα. Μια ακροδεξιά τρομοκρατική οργάνωση, NAR («πυρήνας ένοπλων επαναστατών») ιδρύθηκε και συμμετείχε σε μια σειρά από δολοφονίες και την βομβιστική επίθεση στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια το 1980, στην οποία σκοτώθηκαν 85 άνθρωποι. Καθώς άρχισε η καταστολή της ακροδεξιάς, οι τρεις ιδρυτές της Terza Posizione διέφυγαν στο εξωτερικό και οι ηγέτες της NAR σκοτώθηκαν ή φυλακίστηκαν.

Για μια γενιά, στη διάρκεια των δεκαετιών του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο φασισμός έμοιαζε τελειωμένος. Όταν όμως ο Silvio Berlusconi εμφανίστηκε ξαφνικά στη πολιτική αναζητώντας αντικομμουνιστές συμμάχους, αναγνώρισε στην MSI τον ιδανικό του πολιτικό συνεταίρο. Το κόμμα μετονομάστηκε σε Εθνική Συμμαχία (Alleanza Nazionale, AN), και έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη συνιστώσα του κεντροδεξιού κυβερνώντος συνασπισμού του Berlusconi το 1994. Ο άνεμος είχε αλλάξει εντελώς: πολλοί από τους ακτιβιστές της ακροδεξιάς στη δεκαετία του 1970 – παλιοί μπράβοι της MSI – ήταν τώρα στη κυβέρνηση. Το 1999 οι τρεις ιδρυτές της Terza Posizione επέστρεψαν από την αυτοεξορία τους.

Αυτό ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο η CasaPound, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, άρχισε να αναπτύσσεται: ήταν γεμάτη από περιθωριοποιημένους άνδρες που είχαν μεγαλώσει στα πέτρινα χρόνια των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Ήταν πεπεισμένοι πως οι φασίστες είχαν πέσει θύματα κακομεταχείρισης και δολοφονηθεί από «το κομμουνιστικό μίσος και υπηρέτες του κράτους», όπως γράφει μια αναμνηστική πλάκα για τους φόνους στην Άκα Λαρέντια.

Στην πράξη όμως, αυτή η κατάσταση ήταν βούτυρο στο ψωμί τους, και στις δυο πλευρές του: παρουσιάζονταν ως οι αδικημένοι, αλλά οι ιδεολογικοί τους πατεράδες ήταν τώρα στην απόλυτη κορυφή της ιταλικής πολιτικής εξουσίας. Μπορούσαν να ισχυρίζονται πως είναι τα θύματα καταπιεστικών νόμων που απαγορεύουν την αναβίωση του φασισμού, επειδή όμως αυτοί οι νόμοι δεν εφαρμόζονταν ποτέ, μπορούσαν να προσηλυτίζουν δίχως πρόβλημα.

Μέχρι το 2005, η CasaPound έπαιζε με την πολιτική των εκλογών. Ένας από τους ακτιβιστές της κατέβηκε στις εκλογές στο Λάτσιο στην εκλογική λίστα ενός από τους υπουργούς του Berlusconi, που υπήρξε υπεύθυνος τύπου του MSI. Από το 2006 ως το 2008, η CasaPound ενώθηκε με ένα άλλο παρακλάδι της MSI, την «Τρίχρωμη Φλόγα». Καμιά από τις συμμαχίες δεν έφερε κάποια θέση στο κοινοβούλιο, αλλά και οι δύο έφεραν μεγαλύτερη δημοσιότητα και «σεβασμό» στην αργοκίνητη αλλά αποφασισμένη «χελώνα».

Το 2008, ο Gianni Alemanno, που υπήρξε φυλακισμένος ακροδεξιός ακτιβιστής, έγινε δήμαρχος της Ρώμης. Έβλεπε τις καταλήψεις της CasaPound έβλεπε με θετική ματιά – και την ίδια χρονιά η CasaPound κατέλαβε ακόμη ένα κτίριο: ένα εγκαταλειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό κοντά στο Ολυμπιακό Στάδιο. Ονομάστηκε Area 19 (το 1919 ήταν η χρονιά που ο Mussolini ανακοίνωσε το πρώτο του φασιστικό μανιφέστο), μετατράπηκε σε γυμνας΄τηριο την ημέρα και σε κλαμπ τη νύχτα.

Στο μεταξύ οι νεαροί στρατιώτες της CasaPound έκαναν δημόσιες επιδείξεις ισχύος. Το 2009, το Blocco Studentesco – το κίνημα νεολαίας της CasaPound – πήγε στην κεντρική πλατεία της Ρώμης, την Πλατεία Ναβόνα, οπλισμένη με ρόπαλα βαμμένα με τα τρία χρώματα της ιταλικής σημαίας. Τα χρησιμοποίησαν σε αριστερούς φοιτητές. Όταν μια τηλεοπτική εκπομπή επέκρινε το Blocco Studentesco, τα γραφεία της «καταλήφθηκαν» από ακτιβιστές της CasaPound.

Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, ο Gianluca Caseri, ένας φίλος της CasaPound στη Τοσκάνη, βγήκε από το σπίτι του με ένα Μάγκνουμ 357 στη τσάντα του. Ήταν ένας λιγομίλητος μοναχικός τύπος, πενήντα ετών, παχουλός με κοντά, γκρίζα μαλλιά, αλλά στην CasaPound είχε βρει ένα σπίτι: είχε κάνει και παρουσίαση του μυθιστορήματος φαντασίας του – Τα Κλειδιά του Χάους – στο τοπικό παράρτημα.

Εκείνοι το πρωινό του Δεκέμβρη, ο Casseri είχε σχεδιάσει να πυροβολήσει όσο το δυνατόν περισσότερους μετανάστες. Πήγε σε μια πλατεία της Φλωρεντίας και στις 12:30 σκότωσε δυο άνδρες από τη Σενεγάλη, τον Samb Modou και τον Diop Mor. Πυροβόλησε ακόμη ένα άνδρα τον Moustapha Dieng, στη πλάτη και στο λαιμό και στη συνέχεια μπήκε στο μπλέ VW Polo του και έφυγε. Δυο ώρες αργότερα ο Casseri ωβρίσκονταν στη κεντρική αγορά της πόλης, όπου πυροβόλησε δυο ακόμη άνδρες, τον Sougou Mor και τον Mbenghe Cheike, που επιβίωσαν της επίθεσης. Στη συνέχεια έστρεψε το όπλο στον εαυτό του στο υπόγειο πάρκινγκ της αγοράς.

Μετά τους φόνους του Casseri, οι ηγέτες της CassaPound προσκλήθηκαν στην κρατική τηλεόραση για να αντιμετωπίσουν την κατηγορία πως υποδαύλιζαν την βία. Σε μια έκτακτη εκπομπή για τους γόνους , ο πρώην πρόεδρος της τηλεόρασης της RAI κατηγόρησε τον Iannone πως είχε «οπλίσει ιδεολογικά» τον δράστη. Η κόρη του Ezra Poun, Mary de Rachewiitz, ξεκίνησε νομική δράση (την οποία έχασε τελικά) για να σταματήσει την CasaPound από το να χρησιμοποιεί και να κηλιδώνει το όνομα του πατέρα της. «Στρεβλώνουν τις ιδέες του», είπε, «είναι βίαιοι. [Ο πατέρας μου] ήθελε μια αντιπαράθεση μεταξύ πολιτισμών».

Είναι πραγματικότητα πως η γλώσσα της CasaPound και ο συμβολισμός ήταν ανελέητα πολεμική. Στο βιβλιοπωλείο της στη Ρώμη – «Σιδηρά Κεφαλή» – μπορείς να αγοράσεις αφίσες μαχητών σε μακρινούς εμφύλιους πολέμους με αυτόματα όπλα που φορούν t-shirt των ZZA. Μιλάνε για την «trincerocrazia», μια «-κρατία» για άτομα που έχουν περάσει από τα χαρακώματα. Το κέλυφος της χελώνας στο λογότυπο τους έχει επίσης στρατιωτική σημασία, αντιπροσωπεύει την tesuggine, το σχηματισμό από ασπίδες που χρησιμοποιούσε ο ρωμαϊκός στρατός. Όλα αυτά κάνουν το κίνημα επιθετικό και ιδιαίτερα «τεστοστερονικό»: 87% των υποστηρικτών του κινήματος στο Facebook είναι άνδρες και το 62% είναι μεταξύ 16 και 30.

Το κίνημα είναι σφιχτό, μαζεμένο και ενωμένο. Όταν βρίσκεσαι μεταξύ των ακτιβιστών μέσα σε αυτό κέλυφος, η περιφρόνηση για τον έξω κόσμο είναι σχεδόν θρησκευτική. Η διάκριση μεταξύ φίλου και ξένου είναι ξεκάθαρη και η πίστη απόλυτη: «Κάνω ότι μου πει ο Gianluca [Iannone]», είπε μια γυναίκα ακτιβίστρια. Το κίνημα έχει εκδώσει ένα πολιτικό και ιστορικό γλωσσάριο για κάθε νεοσύλλεκτο ακτιβιστή, έτσι ώστε να ξέρουν πάντοτε τι να πουν.

Ο ίδιος ο Iannone είναι δυναμικά χαρισματικός και σωματικά επιβλητικός – ψηλός, με τατουάζ και με τραχιά φωνή – και ίσως έχει μια ελαφριά ομοιότητα με τον Mussolini. είναι εύκολο να δεις γιατί χαμένοι νέοι μπορεί να κάνουν τα πάντα να τον ευχαριστήσουν (και τρέμουν το να τον δυσαρεστήσουν). «Είναι ένας καθαρός ηγέτης», μου είπε ο Di Stefano, με εμφανή θαυμασμό, καθώς έκανε βόλτα με τα δυο του τσιουάουα – που ονομάζονται «Punk» και «Rock».

Ως το 2013, η επιθετική ηγεσία ήταν αυτό που πολλοί Ιταλοί επιθυμούσαν. Η χώρα αντιμετώπιζε μια δίχως προηγούμενο κρίση εμπιστοσύνης. Το 2010 η ανεργία των νέων ήταν σχεδόν 30% και θα ξεπερνούσε το 40% μέχρι το 2015. Εκείνη τη χρονιά η εθνική στατιστική υπηρεσία της Ιταλίας είπε πως σχεδόν 5 εκατομμύρια Ιταλοί ζούσαν στην «απόλυτη φτώχεια». Η υποβάθμιση σε ορισμένα προάστεια – το μη μάζεμα των σκουπιδιών ήταν απλά το πιο ορατό σημάδι – έλεγε πως το ιταλικό κράτος ήταν σε κάποιες περιοχές απόλυτα απών. Η επιτυχία του λαϊκίστικου Κινήματος των Πέντε Αστέρων – που ήρθε από το πουθενά για να κερδίσει το 25,55% των ψήφων στις εκλογές του 2013 – έδειξε πως το ιταλικό εκλογικό σώμα θα απαντούσε θετικά σε ένα κόμμα που θα ήταν θυμωμένο και ενάντια στο στάτους κβο. (Οι πατέρες δύο από τα ηγετικά στελέχη του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, των Luigi Di Maio και Alessandro Di Battista, ήταν και οι δυο στην MSI).

Ως τότε η CasaPound είχε γίνει γνωστή πολύ πέρα από τα σύνορα της Ιταλίας. Το ασανσέρ στο αρχηγείο της στη Ρώμη ήταν καλυμμένο από αυτοκόλλητα με τα λογότυπα ακροδεξιών προσκυνητών από ολόκληρη την υφήλιο. Η CasaPound κατανάλωνε αχόρταγα ξένες τάσεις και τις αναμόρφωνε για το ιταλικό κοινό: είχε απορροφήσει τις αντικαπιταλιστές ιδέες του κινήματος της γαλλικής Nouvelle Droite («Νέα Δεξιά»), και έχτισε σχέσεις φιλίας με μέλη της ελληνικής νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Τώρα οι Γάλλοι επισκέπτες άρχισαν να μιλούν για ένα βιβλίο του Renaud Camus του 2012, που ονομάζονταν Η Μεγάλη Αντικατάσταση: μιλούσε για την ιδέα πως οι ιθαγενείς Ευρωπαίοι θα παραμερίζονταν πλήρως σύντομα και θα αντικαθίστανται από κύματα μεταναστών. Ήταν μια θεωρία που είχε ριζώσει στις ΗΠΑ. Αυτή είναι η ρίζα του «ταυτοτικού» δόγματος, που ισχυρίζονταν πως η παγκοσμιοποίηση είχε δημιουργήσει μια ομοιογενή κουλτούρα δίχως διακριτή εθνική ή πολιτιστική ταυτότητα. Ο πραγματικός πλουραλισμός – «εθνοπλουραλισμός» – σήμαινε φυλετικό διαχωρισμό.

Αυτές οι ιδέες είναι γνωστό πως επηρέασαν τόσο τον Steve Bannon στο Breitbart και τον Αμερικάνο λευκό ρατσιστή ηγέτη Richard Spencer – αλλά επίσης διαχυθήκαν στη σκέψη του πολιτιστικού ακολούθου της CasaPound, Adriano Scianca, που ζει στην Ούμπρια, είναι ο αρχισυντάκτης του περιοδικού της CasaPound, Primato Nazionale (που όπως λένε έχει κυκλοφορία 25000 φύλλων). Το 2016 εκδόθηκε το βιβλίο του Η Ιερή Ταυτότητα: «Ο αφανισμός ενός λαού από το πρόσωπο της γης», έγραφε, «είναι ο βασικός στόχος στην ατζέντα της παγκόσμιας ολιγαρχίας». Ακούγεται ανόητο, αλλά αυτές οι ιδέες σύντομα έφτασαν στις σελίδες του μαζικού τύπου – και πολύ γρήγορα ο φυλετικός διαχωρισμός έγινε η επίσημη πολιτική της CasaPound.

Στη διάρκεια του 2014 και του 2015, οι ηγέτες της CasaPound διοργάνωσαν συλλαλητήρια ενάντια στα κέντρα προσφύγων που επρόκειτο να ανοίξουν. Σχημάτισαν ένα κίνημα, με την Lega Nord του Matteo Salvini (ένα πρώην αποσχιστικό κίνημα που ως τότε είχε γίνει ξεκάθαρα εθνικιστικό) που ονομάστηκε Sovranità (Κυριαρχία): «Πρώτα οι Ιταλοί» ήταν το σύνθημα. Σε ολόκληρη την Ιταλία – από τη Γκορίτσια ως το Μιλάνο, από τη Βιτσέντζα ως τη Γένοα – κάθε φορά που ένα άδειο κτίριο μετατρέπονταν σε κέντρο για πρόσφυγες, τα μέλη της CasaPound θα προσέγγιζαν φιλικά τους ντόπιους που ήταν αντίθετοι στα κέντρα, διανέμοντας πακέτα φαγητού, καθαρίζοντας τα σκουπίδια, και προσφέροντας στρατηγικές και μπράτσα. (Η CasaPound έλεγε πως επειδή μια μερίδα μεταναστών είχε φτάσει παράνομα, η αντίθεση τους αφορούσε τη νομιμότητα παρά τη φυλή).

Ο Simone Di Stefano είναι ο πολιτικός αρχηγός της CasaPound και ο πιο βασικός υποψήφιος της CasaPound στις εκλογές της ερχόμενης εβδομάδας. Με τα τακτοποιημένα του, γκρίζα μαλλιά και περιποιημένα γένια, μοιάζει όπως κάθε άλλος μετριοπαθής πολιτικός. Το πρόβλημά του όμως είναι τώρα το αντίθετο της ρητορικής του: δεν είναι πως το ιταλικό πολιτικό κατεστημένο αποκλείει την ακροδεξιά από την πολιτική σκηνή, αλλά πως σήμερα υπάρχουν πολλά ακροδεξιά κόμματα, η CasaPound μοιάζει να είναι απλά ένα ανάμεσα σε πολλά. Ο Di Stefano έτσι, κάνει τον εαυτό του να ξεχωρίζει με καμπάνια για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και απαιτώντας στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη για να σταματήσει η ροή των μεταναστών: «Έχουμε να λύσουμε το πρόβλημα της Αφρικής», μου είπε.

Αυτές οι ιδέες δεν φαίνεται να προσελκύουν πολλούς Ιταλούς ψηφοφόρους – αλλά η δουλειά της CasaPound έχει ήδη γίνει. Ήταν σημαντική για την κανονικοποίηση του φασισμού. Στα τέλη του 2017, η εφημερίδα Il Tempo ανακήρυξε τον Benito Mussolini ως το «πρόσωπο της χρονιάς». Δεν ήταν χιουμοριστικό: ο Duce έκανε παρέλαση στις ειδήσεις κάθε βδομάδα την προηγούμενη χρονιά. Πριν μερικές εβδομάδες, ακόμη και ένας αριστερός πολιτικός στη Φλωρεντία είπε πως «κανένας δεν έχει κάνει περισσότερα από το Mussolini σε αυτή τη χώρα». Σήμερα 73 χρόνια μετά το θάνατό του, απολαμβάνει μεγαλύτερο σεβασμό από ότι παραδοσιακοί Ιταλοί ήρωες όπως ο Giuseppe Garibaldi και ο Mazzini.

Η CasaPound επίσης συμμετείχε σε μια μεγεθυνόμενη πολιτική σύγκρουση στην οποία η βία – τόσο λεκτική όσο και φυσική – έχει γίνει συνηθισμένη. Όταν μιλάς σε ακτιβιστές της CasaPound, λένε γρήγορα πως προβαίνουν σε βίες πράξεις μόνο σε αυτοάμυνα, αλλά ο ορισμός τους για την αυτοάμυνα είναι εξαιρετικά ελαστικός. Ο Luca Marsella, ένα ηγετικό στέλεχος στο κίνημα, είπε κάποτε σε 14χρονους μαθητές που διαμαρτύρονταν ενάντια σε ένα νέο κέντρο της CasaPound: «Θα κόψω τους λαιμούς σας σα σκυλιά, θα σας σκοτώσω όλους». Ένας άλλος ακτιβιστής της καταδικάστηκε για την επίθεση σε αριστερούς ακτιβιστές στη Ρώμη το 2011 όταν κολλούσαν αφίσες. Ένας άλλος ακτιβιστής, ο Giovanni Battista Ceniti, ενεπλάκη σε μια δολοφονία, αν και – όπως τόνισε ο Iannone – είχε ήδη αποβληθεί από την CasaPound για «πνευματική τεμπελιά». Τον Φεβρουάριο της περασμένης χρονιάς, στο Βίτερμπο, δυο ακτιβιστές, ο Jacopo Polidori και ο Michele Santini, χτύπησαν έναν άνδρα επειδή τόλμησε να ανεβάσει ένα ειρωνικό σχόλιο για την CasaPound στο Facebook. Μια αριστερή σελίδα δημιούργησε έναν διαδραστικό χάρτη επεισοδίων καταγεγραμμένης φασιστικής βίας σε όλη τη χερσόνησο – και είναι τόσα πολλά τα περιστατικά που με το ζόρι βλέπεις το σχήμα της Ιταλίας.

Στη συνέχεια, νωρίτερα αυτό το μήνα, ένας άνδρας που είχε κατέβει στις εκλογές παλιότερα με τη Lega Nord, και με δεσμούς με την CasaPound, είχε ένα δίωρο ξέσπασμα ένοπλης βίας στη πόλη της Ματσεράτα. Ο Luca Traini έριχνε με το πιστόλι του, ένα Glock, σε οποιονδήποτε είχε μαύρο δέρμα. Αυτό που ήταν σοκαριστικό δεν ήταν απλά το αιματοκύλισμα (τραυμάτισε έξι ανθρώπους, αλλά επέζησαν όλοι), αλλά ότι έμοιαζε κανονικό στο τωρινό πολιτικό κλίμα. Η έμπνευση του Traini ήταν ο παλιομοδίτικος φασισμός: είχε τον ρούνο «Wolfsangel» (λυκοπαγίδα) (που χρησιμοποιήθηκε και από τους Ναζί και την Terza Posizione) στο μέτωπό του. Έκανε ρωμαϊκό χαιρετισμό στο μνημείο των νεκρών πολέμου της Ιταλίας.

Στον απόηχο των πυροβολισμών του, οι τυπική πολιτικοί της αποκαλούμενης κεντροδεξιάς κατηγόρησαν την μετανάστευση, όχι τον Traini. Ο Berlusconi, που έχει αγκαλιάσει την ακροδεξιά καθώς προσπαθεί να αποσπάσει ακόμη μια εκλογική νίκη, μίλησε για μια «κοινωνική βόμβα» που δημιουργήθηκε από τους ξένους. Η Ιταλία, είπε, έχει ανάγκη να απελάσει 600000 παράνομους μετανάστες.

Την Κυριακή 7 Ιανουαρίου η CasaPound οργάνωσε ένα μαζικό συλλαλητήριο στη Ρώμη για την 40η επέτειο των θανάτων στην Άκα Λαρέντια. Τέσσερις ή πέντε χιλιάδες άνθρωποι εμφανίστηκαν, πολλοί φορούσαν παρόμοια ρούχα: μπουφάν τύπου bomber και μαύρους σκούφους, στρατιωτικά ρούχα ή κολλητά τζιν παντελόνια. Υπήρχαν καμιά πενηνταριά άνθρωποι με κόκκινα μαντήλια της CasaPound, η ασφάλεια, που οδηγούσε τη μάζα. Δεν ήταν όλοι ακτιβιστές της CasaPound, αλλά όλες οι άλλες οργανώσεις συντάχθηκαν πίσω από τον Gianluca Iannone και το Simone Di Stefano. Ήταν ξεκάθαρο, αυτό ήταν δικό τους σώου.

Περπάτησαν το μισό μίλι μέχρι το σημείο των θανάτων σιωπηλά. «Είμαστε εδώ, και πάντοτε θα ήμαστε», ήταν το έμμεσο μήνυμα, μπροστά υπήρχε ένα τεράστιο πανό, που ήταν τοποθετημένο σε δίμετρα κοντάρια, που έλεγε, «τιμή στους συντρόφους που έπεσαν». Υπήρχε αστυνομική συνοδεία σε περίπτωση που κάτι πηγαινε στραβά, αλλά η μόνη ένταση προέρχονταν από οδηγούς που κόρναραν, αγανακτισμένοι που περίμεναν μια ώρα για να περάσει το ανθρώπινο ποτάμι.

Στο τέλος της πορείας, οι φύλακες της CasaPound συγκέντρωσαν τα μέλη της στην αυλή όπου έπεσαν οι τρεις camerati. Και στις δυο πλευρές του δρόμου, συγκεντρώθηκαν οι υπόλοιποι διαδηλωτές. Μια φωνή πρόσταξε όλους του camerati σε στάση προσοχής. Σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου όλα τα χέρια έπεσαν στο πλάι, και τα πόδια ενώθηκαν. «Per tutti I camerati caduti», γαύγισε μια φωνή. Όλοι οι άνδρες σήκωσαν το δεξί τους χέρι, ευθύ σε χαιρετισμό: «Presenti!» φώναξαν. Ο θόρυβος ήταν τόσο δυνατός που ένας συναγερμός άρχισε να χτυπά, και σκυλιά άρχισαν να γαυγίζουν. Το τελετουργικό επαναλήφθηκε δυο φορές ακόμη, τότε η φωνή γαύγισε «ανάπαυση», και οι στρατιώτες διαλύθηκαν, επιστρέφοντας στο σπίτι μέσα στην κρύα νύχτα του Γενάρη.

Μέσα σε 15 χρόνια, η CasaPound έχει μεγαλώσει τόσο που η αρχική της φιλοδοξία – να γίνει αποδεκτή στη σκηνή του «ανοιχτού διαλόγου» – ήταν πια ξεπερασμένος. Αντίθετα, οι ηγέτες της πλέον μιλάνε για την εξολόθρευση του αντιφασισμού στο σύνολό του. Έχοντας παρουσιάσει τον εαυτός της στο παρελθόν ως παιχνιδιάρικη, πλέον είναι απόλυτα σοβαρή: «Θα είμαι φασίστας για όσο υπάρχουν αντιφασίστες», λέει ο Iannone. Ο φασισμός, λέει με ενθουσιασμό, ήταν «η μεγαλύτερη επανάσταση στο κόσμο, η ολοκλήρωση του Risorgimento (Ιταλική Επανένωση)». Το καθεστώς του Mussolini ήταν η «πιο όμορφη στιγμή αυτού του έθνους». Όταν τον ρωτάς, αν οι αντιφασίστες είναι και αυτοί επίσης, όπως λέει και ο εθνικός ύμνος, αδέλφια της Ιταλίας, κοιτά κάτω από τα βαριά του βλέφαρα: «Ο Κάιν και ο Άβελ», λέει, «ήταν αδέρφια».

Tobias Jones, πηγή

Τα προηγούμενα μέρη της σειράς 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο

ΠΗΓΗ:https://www.provo.gr 

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;
Πατήστε για κοινοποίηση
Κρύψε την κοινοποίηση
Scroll Up