Η επανάσταση στην Ρωσσία τον Φεβρουάριο του 1917

Η συμπλήρωση εκατό χρόνων από το πολυσυζητημένο 1917 μας ωθεί, εκ των πραγμάτων, σε μία αναδρομή και εξέταση ενός ιστορικού γεγονότος, το οποίο στιγματίζει μέχρι σήμερα την πορεία του κόσμου. Ως συνήθως, οι άνθρωποι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δέχονται τις εικόνες και τις παραστάσεις που τους εντυπώνονται με έναν ορισμένο τρόπο. Αυτό ισχύει και με την περίπτωση του 1917, της επανάστασης του Φεβρουαρίου και των γεγονότων του Οκτωβρίου. Ο τρόπος αυτός απόκτησης γνώσεων και «καταστάλαξης» εμπειριών είναι κατ’ ουσίαν εξουσιαστικός, εφ’ όσον δεν προέρχεται από την αυτοδύναμη δημιουργικότητα και την καλλιέργεια ιδεών από τους ίδιους τους καταπιεζόμενους κι εκμεταλλευόμενους ανθρώπους, οι οποίοι εν συνεχεία θα έχουν την δυνατότητα να τις θέσουν σε εφαρμογή, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες, όπως είναι είτε οι αμέσως ασκούντες την δύναμη επιβολής, είτε οι αποτελούντες την χαρακτηριζόμενη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ως πρωτοπορεία. Επομένως, αναμφισβήτητα εξουσιαστική είναι και η διαδικασία με την οποία οι άνθρωποι οδηγούνται σε συγκεκριμένες ενέργειες, των οποίων δεν γνωρίζουν ούτε το βαθύτερο νόημα, αλλά ούτε και τα αποτελέσματα τα οποία θα προκύψουν, επειδή συνήθως υποκύπτουν σε αόριστα συνθήματα, σε υποσχέσεις οι οποίες δεν έχουν πραγματικό αντίκρυσμα, δεν υλοποιούνται, αφού συμπλέκονται με την τεχνική της πολιτικής, η οποία είναι το κατ’ εξοχήν μέσον χειραγώγησης ή πραγματοποιείται το ακριβώς αντίθετο από το υποσχεθέν.

Επ’ αυτών και εξ αυτών των λόγων χρειάζεται μία περεταίρω συνεχής και επίμονη διερεύνηση των αιτίων και των σχέσεων, οι οποίες έφεραν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Πολλοί ισχυρίζονται ότι γίνεται προσπάθεια για να γραφεί εκ νέου η ιστορία, όταν ανατρέχουμε στα γεγονότα, αναλύουμε ή προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τις ουσιαστικές διαστάσεις και την αληθή τους όψη, η οποία πολλές φορές κρύπτεται πίσω από τα φαινόμενα. Ο παραλογισμός και οι σκοπιμότητες αυτής της απόψεως είναι προφανείς. Διότι με τον τρόπο τον οποίο έχει γραφεί η ιστορία αντανακλά, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, τις ιδιοτελείς επιδιώξεις όσων σχετίζονται με την εξουσία γενικώς (ή την εκάστοτε μορφή της ειδικώς) και τους ευρύτερους κυριαρχικούς μηχανισμούς. Άλλωστε, ιστορία είναι η γνώση που αποκτάται με ερωτήσεις και έρευνα. Αποκτάται, λοιπόν, εις το διηνεκές, δεδομένου ότι οι δυνατότητες των ανθρώπων στο να αναλύουν, να εμβαθύνουν και να αφομοιώνουν τα όσα έχουν γίνει, αυξάνονται συν τω χρόνω, καθώς τα παραπετάσματα που καλύπτουν τις πηγές γνώσεως και κατανοήσεως καταρρακώνονται και το ψεύδος σαρώνεται μπροστά στην λαμπρότητα της αλήθειας.

Τα ψεύδη και οι παραποιήσεις των πραγματικών γεγονότων, αλλά και η αφετηρία, εκείνου που προσπαθεί να τα εξετάσει, είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε εσφαλμένα συμπεράσματα, τα οποία ως επί το πλείστον σχετίζονται με τα διαδοχικά βήματα και τις αλλαγές που έχουν συμβεί στον πλανήτη και στα ανθρώπινα σύνολα. Επομένως, εάν προσεγγίσουμε την πορεία της ανθρωπότητος θα διαπιστώσουμε ότι είναι πλήρης από επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Είναι, δηλαδή, πλήρης από ανακατατάξεις και μετασχηματισμούς, οι οποίοι σχετίζονται με μεταβολές στο τρόπο σκέψεως και στον τρόπο διαχειρίσεως των ανθρωπίνων προβλημάτων και υποθέσεων από εξουσιαστικές συσπειρώσεις, η παρουσία, συγκρότηση, αποσύνθεση και ανασυγκρότηση των οποίων έχουν άμεση συνάφεια με την αύξηση της κινητικότητος στον οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό τομέα και την μεταβολή ή ανατροπή των υπαρχουσών ισορροπιών. Αυτή η κατάσταση είναι γνωστή με τον όρο κρίσις. Κάθε μεταβολή, η οποία θα επέλθει, ως αποτέλεσμα τοιούτου είδους αναταράξεων θα είναι αποτέλεσμα κρίσεως, η οποία έχει έναν ορισμένο χρόνο διάρκειας, άλλοτε παρατεταμένο και άλλοτε περιορισμένο.

Η χρονική διάρκεια, βεβαίως, έχει άμεση σχέση τόσο με τα επιφαινόμενα όσο και με τις υπόγειες διαδρομές, οι οποίες στις περισσότερες των περιπτώσεων έχουν μεγαλύτερη διάρκεια και είναι προγενέστερες από τις εκδηλούμενες εντάσεις· αυτές, με την σειρά τους, γίνονται αισθητές, εφ’ όσον έχει υπάρξει εκείνη η συσσώρευση, η οποία αναζητά την έκφρασή της με δυναμικό τρόπο, επιδιώκουσα την επικράτησή της. Το σημείο, όπου η όλη προσπάθεια στέφεται από επιτυχία είναι αυτό όπου συγκλίνουν και συντίθενται οι δραστηριότητες πολλών συνισταμένων. Το κατά πόσον αυτή η κατάσταση θα διατηρηθεί είναι ζήτημα σταθεροποιἠσεως των συγκλινουσών δυνάμεων, αντιστάσεως ή αδρανείας των αντιρρόπων δυνάμεων.

Σε ό,τι αφορά τις υπόγειες διαδρομές (οι οποίες στην πραγματικότητα δεν είναι τόσον υπόγειες, απλά χαρακτηρίζονται ως τέτοιες, επειδή δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί ή υποτιμάται η δυναμική τους για κάποιο διάστημα), αυτές αφορούν την καλλιέργεια ιδεών, οι οποίες επιδρούν με πολυσύνθετο τρόπο στις επικρατούσες συνθήκες. Θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπ όψιν ότι αυτές οι συνθήκες ήταν το καταστάλαγμα και η αποκρυστάλλωση ιδεών, οι οποίες, ως αποτέλεσμα προηγούμενων διαδικασιών σχηματοποίησαν το ιδεολογικό βάθρο της Τάξης και της ηγεμονίας της εντός δεδομένων ιστορικά χρονικών σημείων.

Εάν, εν προκειμένω, θελήσουμε να προσδιορίσουμε, με συνοπτικό τρόπο, την Τάξη οφείλουμε να περιλάβουμε το σύνολο των ατόμων (και επομένως των μεταξύ τους συσπειρώσεων) τα οποία μετά από ορισμένες διαδικασίες, αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων καταλήγουν σε συμφωνίες, συστήνουν, εν τέλει, ένα ορισμένο ιδεολογικό βάθρο δια του οποίου τίθεται σε εφαρμογή το πλέγμα πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών κατευθύνσεων και προοπτικών προς εξυπηρέτησιν τόσον συγκεκριμένων καταστάσεων όσον και των ευρυτέρων συμφερόντων της Τάξης. Είναι φανερόν ότι η σύσταση αυτού του πλέγματος μέχρις ότου οδηγηθεί σε ένα ορισμένο σημείο «ισορροπίας», η οποία να το καθιστά κατάλληλο για τον έλεγχο και την διαχείριση της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητος δια μέσου ενός συστήματος ελεγχόμενου και άρα διαχειρίσιμου, προκαλεί πολλές ανακατατάξεις, αναπροσανατολισμούς και φθορά της ήδη υπάρχουσας μορφής της Τάξης, παραμερισμό και εξόντωση πολλών από αυτούς που μέχρι πρό τινος αποτελούσαν συστατικό μέρος της. Τα περιστατικά αυτού του σπαραγμού αποκτούν την αγριότερη μορφή τους όταν εξωτερικές δυνάμεις επιθυμούν να μπουν στο κύκλο της κυριαρχίας τής υπό ανασύνθεση Τάξης. Ο εσωτερικός πόλεμος, σε αυτές τις περιπτώσεις παίρνει ευρύτερες διαστάσεις στο μέτρο όπου συμμετέχουν στρατιωτικές μονάδες ή τμήματα των αποτελούντων τον κοινωνικό χώρο, στο πλευρό εκάστης των αντιπαρατιθεμένων ομάδων ή συσπειρώσεων. Ο αγριότερος και ο μόνος πραγματικά ταξικός πόλεμος, η πραγματική ταξική πάλη είναι αυτή που διεξάγεται μέσα στους κόλπους της Τάξης, «επ’ ονόματί της και δι’ αυτήν».

Σε αυτές τις γιγάντιες, πολλές φορές, συγκρούσεις χρειάζεται ορισμένες δυνάμεις να συμμαχήσουν και άλλες να προσεταιρισθούν. Αυτές οι διαδικασίες κατευθύνονται και αναπτύσσονται συνήθως προς εκείνα τα τμήματα της κοινωνίας, τα οποία έχουν υποστεί τα δεινά της εξουσιαστικής διαχείρισης και τα οποία είναι πρόθυμα να ασπασθούν με απερίγραπτο συνήθως ενθουσιασμό τις εκπεμπόμενες ασαφείς ιδέες, οι οποίες υπόσχονται επιγείους παραδείσους. Άλλωστε ο χώρος της αμάθειας και της ημιμάθειας είναι ο πλέον ενθουσιώδης, πρόσφορος, και πρόθυμος να θυσιασθεί για σακατεμένες ιδέες, οι οποίες έχουν μεταβληθεί σε ιδεογήματα[1] και ιδεολογίες.[2] Εν τούτοις αυτά τα κοινωνικά τμήματα συνήθως συντελούν στην πρόκληση και δημιουργία εκείνης της ενθουσιώδους και δημιουργικής, αν και περιορισμένης χωρικά και χρονικά, αίσθησης ελευθερίας, που τροφοδοτεί απελευθερωτικές προσδοκίες και οράματα.

Όσα προαναφέρθηκαν μπορούν να περιγράψουν σε γενικές γραμμές –και εν συντομία– την κατάσταση που οδήγησε στην επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917.

Κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε η εντονότερη διεργασία στον τομέα των ιδεών. Ανάμεσα σε αυτές αξίζει να επισημανθεί πως η επιλογή του προσανατολισμού προς τον βιομηχανικό καπιταλισμό και την εφαρμογή των όσων αυτός συνεπάγετο, δεν ήταν γενικώς αποδεκτή.

Το σύνολο των διαδικασιών και διεργασιών καθ’ όλην την διάρκεια του 1917 αφορούσε την πραγματοποίηση και εφαρμογή μιας επανάστασης, η οποία θα μετασχημάτιζε τους όρους κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης αναδιοργανώνοντας την Τάξη, η οποία θα αναλάμβανε την εφαρμογή των αναμορφωμένων ιδεολογικών, πολιτικών και κοινωνικών όρων της. Το ζητούμενο ήταν με ποιον μανδύα θα ήταν ενδεδυμένη.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι κατά τις εκλογές για την Συντακτική Συνέλευση που έγιναν τον Νοέμβριο συμμετείχαν 23 κόμματα. Από αυτά 6 εξέφραζαν εθνικές ομάδες, 2 θρησκευόμενα, 3 σοσιαλδημοκρατικά, 4 σοσιαλδημοκρατικά-εθνικά, 3 σοσιαλιστικά που συγκέντρωναν περισσότερα από 21 εκατομμύρια ψηφοφόρους και την απόλυτη πλειοψηφία σε βουλευτές, 1 Εβραϊκό, 2 της δεξιάς, το κόμμα των Συνταγματικών Δημοκρατών (Καντέ) και το κόμμα των Μπολσεβίκων.

Η Τάξη ήταν σε κατάσταση πλήρους αποδιοργανώσεως. Η αποσύνθεση στους κόλπους της δε άφηνε καμμία αμφιβολία για το επερχόμενος τέλος της με την μορφή υπό την οποίαν ήταν γνωστή και με το μέχρι εκείνη την περίοδο πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο.

Ήδη, καθ’ όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα είχαν αναπτυχθεί έντονες διεργασίες σε επίπεδο ιδεών, οι οποίες είχαν την αντανάκλασή τους στον κοινωνικό και οικονομικό τομέα. Αυτές οι ιδέες ήταν που μπόρεσαν να μαγνητίσουν τμήματα του πληθυσμού να κινήσουν μειοψηφίες, να προκαλέσουν επιθέσεις κατά των αρχόντων και δολοφονίες τσάρων.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα στον θρόνο της Ρωσσίας ανήλθαν συνολικά 6 τσάροι εκ των οποίων οι δύο δολοφονήθηκαν.

Οι επιθέσεις εναντίον των τσάρων και των αξιωματούχων, απέπνεαν το γενικότερο κλίμα αναταραχής τόσο στο κοινωνικό πεδίο όσο και εντός της Τάξης. Όσο αφορά τα εντός της Τάξης, είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της δολοφονίας του ψυχοπαθούς τσάρου Παύλου, στις 11 Μαρτίου 1801, από μία ομάδα αυλικών και αξιωματικών. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε κύματα ασυγκράτητου ενθουσιασμού στους κατοίκους της Πετρούπολης.

Σε μία άλλη περίπτωση, το κίνημα των Δεκεμβριστών (Ένωση για το Κοινό Καλό) αποπειράθηκε να εμποδίσει τον στρατό και την Γερουσία στο να ορκίσουν τον τσάρο Νικόλαο Α΄ και έτσι να ματαιωθεί η άνοδός του στον θρόνο. Οι στόχοι τους ήταν: εγκατάσταση προσωρινής κυβέρνησης, κατάργηση της δουλοπαροικίας, ισότητα όλων ενώπιον του νόμου, καθιέρωση των δημοκρατικών ελευθεριών, ορκωτά δικαστήρια, υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους, εκλεγόμενοι υπάλληλοι, κατάργηση του κεφαλικού φόρου και εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας.

Η εξέγερση κατεστάλη βίαια, καθώς ο στρατός και η εκκλησία παρέμεναν πιστοί στην αυτοκρατορική δυναστεία. Οι επιζήσαντες από τη εξέγερση εστάλησαν στην εξορία, και οι πέντε ηγέτες της εκτελέστηκαν. Οι Δεκεμβριστές, είχαν στις τάξεις τους πολλούς διανοούμενους, κυρίως ποιητές, και είχαν κερδίσει την συμπάθεια των μεγαλύτερων προσωπικοτήτων της λογοτεχνίας της εποχής, όπως του Πούσκιν και του Γκριμπογιέντοφ. Το κίνημα εμφανίστηκε και ως λογοτεχνικό ρεύμα, το οποίο παρουσίασε για πρώτη φορά στη Ρωσσία μία ποίηση, αντίθετη προς τον τσαρισμό.

Ο διάδοχος του τσάρου Νικολάου Α΄, ήταν ο Αλέξανδρος Β΄, ο επονομαζόμενος Απελευθερωτής, λόγω της διακήρυξης του 1861 σύμφωνα με την οποία καταργούσε την δουλοπαροικία. Στην πραγματικότητα αυτή η διακήρυξη δεν άλλαξε την ουσία των πραγμάτων. Εναντίον του πραγματοποιήθηκαν δύο απόπειρες δολοφονίας. Η πρώτη ήταν ανεπιτυχής, η δεύτερη, 1881, την οποία εκτέλεσε η Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Θέληση) είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατό του.

Καθώς, αφ’ ενός η αίσθηση των κρατούντων για ανανέωση αναπτυσσόταν βαθμηδὀν, ταυτοχρόνως, οι αντίρροπες δυνάμεις προέβαλαν ισχυρές αντιστάσεις με αποτέλεσμα οι επαγγελλόμενες μεταρρυθμίσεις ήταν κουτσές αλλά και εκείνες που ψηφίσθηκαν έμειναν στα χαρτιά. Έτσι, η είσοδος στον 20ο αιώνα βρίσκει την Ρωσσία σε κατάσταση τελματώδη, η οποία επιδεινώνεται από τις πολεμικές συρράξεις (πόλεμος με την Ιαπωνία, συμμετοχή στην πρώτη περίοδο της παγκόσμιας ανθρωποσφαγής 1914-1918), αλλά και από την δυναμική παρουσία ενός μικρού μεν αριθμητικά, αλλά οργανωμένου εργατικού πληθυσμού.

Η κατάσταση στο μπλοκ της Τάξης λίγο πριν την επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 είχε την εικόνα του περιορισμού σε δύο πλευρές. Η μία, ολιγάριθμη και ευρισκομένη σε πλήρη αποσύνδεση από τις άλλες πλευρές, περιελάμβανε τον τσάρο και μία περιορισμένη ομάδα αξιωματούχων. Από τα άλλα τμήματα της Τάξης (στα οποία παρά την ανομοιογένεια τους) υπήρχε μία μερίδα υψηλόβαθμων αξιωματικών η οποία από κοινού με τους επικεφαλής των προοδευτικών, προετοίμαζε ένα πραξικόπημα με σκοπό την αναίμακτη ανατροπή του Τσάρου, η απομάκρυνση του οποίου από την εξουσία ήταν κοινός, πλέον, τόπος.

Ο κλειστός κύκλος της τσαρικής αυλής προετοιμαζόταν για την σύναψη ξεχωριστής συνθήκης ειρήνης με την Γερμανία τους τελευταίους μήνες του 1916. Όμως η διαρροή αυτού του σχεδίου οδήγησε στην ματαίωση αυτής της συμφωνίας.

Στις αρχές του Ιανουαρίου 1917 έγινε φανερό πως ο πόλεμος της τσαρικής αυλής κατά των αγροτικών ενώσεων, των ενωμένων Δημοτικών Συμβουλίων, των Συνεταιρισμών και όλων των οργανωμένων ομάδων οι οποίες εργάζονταν εθελοντικά για την άμυνα, έπαιρνε ολοκληρωτικές διαστάσεις, που άγγιζαν τον απόλυτο παραλογισμό, καθώς έγινε γνωστό ότι η τσαρική κυβέρνηση επρόκειτο να τις θέσει υπό τον πλήρη έλεγχό της.

Το ίδιο χρονικό διάστημα (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1917) υπήρξε πενταπλάσια αύξηση των απεργιών (1140) σε σχέση με αυτές που πραγματοποιήθηκαν ολόκληρο το 1916 (243), ο δε εργατικός πληθυσμός της πρωτεύουσας εμφάνιζε έντονα τα σημάδια της αυξανόμενης έντασης. Το καθεστώς αντιλαμβανόμενο την κρισιμότητα προβαίνει στην σύλληψη μίας εργατικής ομάδας η οποία συμμετείχε στην Κεντρική Επιτροπή της Πολεμικής Βιομηχανίας, με την κατηγορία της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό την ανατροπή του «κρατούντος πολιτειακού συστήματος και την εγκαθίδρυσιν σοσιαλιστικής δημοκρατίας».

Στις 8 Φεβρουαρίου, ο Τσάρος προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση αποσπώντας από το βόρειο μέτωπο τον στρατιωτικό τομέα του Πέτρογκραντ και παραχωρώντας ειδικές εξουσίες στον στρατηγό Χαμπαλώφ. Το μόνο ανεξάρτητο σώμα ήταν πλέον η Δούμα (Βουλή λαϊκών αντιπροσώπων), στην οποία τόσον οι διοικητές των μονάδων του μετώπου, όσο και οι εργάτες είχαν εναποθέσει τις προσδοκίες τους για την καλυτέρευση της κατάστασης, στρατιωτικά, κοινωνικά και οικονομικά.

Καθώς, σύνοδος της Δούμα ορίσθηκε για τις 14 Φεβρουαρίου[3] μία διαδήλωση, την οποία προετοίμαζαν οι εργάτες για την ίδια ημέρα, ματαιώθηκε καθώς η Ένωση Προοδευτικών, με ανακοίνωση του Μιλιούκωφ προς τον τύπο, αποφάσισε να μην την υποστηρίξει, για λόγους τακτικής.

Λίγο πριν την σύνοδο ο πρόεδρος της Δούμα, Ροτζιάνκο, επισκέφθηκε τον Τσάρο για να του επιστήσει την προσοχή ότι η πίεση της κυβερνήσεως (διοριζόταν από τον Τσάρο) και οι κατασταλτικές και εκφοβιστικές ενέργειες κατά της Δούμα, δημιουργούσαν ένα κλίμα που αποσκοπούσε στην απόκρυψη της αλήθειας από τον Τσάρο. Γνωστοποίησε τις πιέσεις που του ασκούνταν προκειμένου να προβεί σε διακοπή των εργασιών και εξήγησε ότι κάτω από τις συνθήκες, που υπήρχαν, μία τέτοια προσπάθεια θα ήταν ολότελα μάταιη: «Η Δούμα θα έχανε την εμπιστοσύνη της χώρας, με πιθανήν εκ τούτου συνέπειαν να αποφασίση ο ίδιος ο λαός, εξηντλημένος από τας καθημερινάς ταλαιπωρίας και εκνευρισμένος από την παρούσαν έκρυθμον κατάστασιν της διοικήσεως, να αναλάβη δράσιν δια την υπεράσπισιν των νομίμων δικαιωμάτων του». Ο Τσάρος από την πλευρά του είπε πως θα άφηνε την Δούμα να συνεχίσει τις εργασίες της, εάν δεν παρουσιάζονταν άλλες «απρεπείς εκρήξεις κατά της κυβερνήσεως». Ο Ροτζιάνκο επεσήμανε πως η ακολουθουμένη από την κυβέρνηση πολιτική προμηνύει δεινά και ότι εάν δεν αναλάβει μία άλλη υπεύθυνη κυβέρνηση και τα πράγματα παραμείνουν ως έχουν, τότε θα επακολουθήσει η επανάσταση και μία κατάσταση αναρχίας, την οποία κανείς δεν θα μπορέσει να περιορίσει.

Στις 18 Φεβρουαρίου ξέσπασαν απεργίες εξ αιτίας της απότομης ανόδου των τιμών. Οι μεταλλουργοί του συνεργείου σφυρηλασίας των εργοστασίων Πουτίλωφ ζήτησαν αύξηση των ημερομισθίων κατά 50%. Οι εργάτες σταμάτησαν να εργάζονται χωρίς να φεύγουν από το συνεργείο. Μετά τρεις μέρες η εταιρεία έκλεισε το συνεργείο με την πρόφαση εξάντλησης των αποθεμάτων της σε κάρβουνο και απέλυσε το προσωπικό. Ακολούθησαν απολύσεις και από άλλα τμήματα του εργοστασίου με αποτέλεσμα να γίνονται σ’ όλο το εργοστάσιο συγκεντρώσεις με θέμα την κήρυξη απεργίας. Στις 24 Φεβρουαρίου, η διεύθυνση της Βιομηχανίας Μετάλλου Πουτίλωφ κήρυξε γενικό λοκ άουτ, απολύοντας 40.000 εργαζόμενους και εργάτες. Οι απολυμένοι συγκρότησαν απεργιακή επιτροπή και ζήτησαν την υποστήριξη των εργαζομένων του Πέτρογκραντ.

Εν τω μεταξύ, από τις 19 Φεβρουαρίου υπήρχε έλλειψη τροφίμων και ο κόσμος αναζητούσε, ματαίως, στα καταστήματα ψωμί. Στις 21 Φεβρουαρίου οι γυναίκες των εργατών σε πολλές συνοικίες πραγματοποίησαν επιδρομές σε φούρνους και γαλατάδικα και τα λεηλάτησαν.

Στις 23 Φεβρουαρίου κηρύχθηκε γενική εργατική απεργία. Οι αστυνομικές δυνάμεις έφιππες και πεζές δεν κατάφερναν να συγκρατήσουν τα πλήθη. Μπροστά στην αδυναμία να αντιμετωπισθούν, το έργο της καταστολής ανέλαβαν οι επικεφαλής του στρατού.

Την επομένη ημέρα πλήθη κόσμου μαζί με τους εργάτες προωθούνται στις κεντρικές λεωφόρους. Στήνονται οδοφράγματα σε γέφυρες, προκειμένου να χωρισθεί η πρωτεύουσα σε δύο μέρη σύμφωνα με το σχέδιο του στρατηγού Χαμπαλώφ ώστε να μπορέσουν να αναπτυχθούν στρατιωτικές δυνάμεις και να καταστείλουν τις ταραχές με χρήση των όπλων. Όμως είναι αργά.

Στις 25 Φεβρουαρίου, αποσπάσματα κοζάκων και πεζικού ενώνονται με τα πλήθη των επαναστατημένων, οι οποίοι βρίσκονται σε μια διαρκή κινητικότητα στις κεντρικές λεωφόρους της πόλεως.

Τα μεσάνυχτα της 26ης προς την 27 Φεβρουαρίου, αναστέλλεται η σύνοδος της Δούμα με διάταγμα που είχε υπογράψει ο Τσάρος. Το πρωινό της 27ης Φεβρουαρίου ξεκινά η επανάσταση των εφεδρικών ταγμάτων της φρουράς. Το ιππικό το οποίο είχαν καλέσει οι ανακτορικοί από το μέτωπο δεν ήλθε στην πρωτεύουσα. Η κυβέρνηση του πρίγκηπα Γκολίτσυν, έπαψε να υπάρχει!

Χιλιάδες στρατιώτες από διάφορα συντάγματα ξεχύνονται στους δρόμους χωρίς τους αξιωματικούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις κάποιοι αξιωματικοί έχουν σκοτωθεί, ενώ άλλοι έχουν συλληφθεί. Παντοὐ συναδελφώνονται οι επαναστατημένοι με τους στρατιώτες, Οι αστυνομικές δυνάμεις πυροβολούν προς τα πλήθη από στέγες και καμπαναριά κάνοντας χρήση πολυβόλων. Όμως η πλέον ενθουσιώδης, αυθόρμητη, δυναμική και γνήσια επανάσταση είχε επικρατήσει!

Στις 27 Φεβρουαρίου, μέχρι το δειλινό, τα επαναστατημένα στρατεύματα είχαν κυριαρχήσει σε όλο το Πέτρογκραντ. Ο τσαρικός κυβερνητικός μηχανισμός δεν λειτουργούσε πλέον. Ορισμένα κτίρια καταλήφθηκαν από τους επαναστάτες. Η διοίκηση της μυστικής αστυνομία, τα αστυνομικά τμήματα και τα δικαστήρια πυρπολήθηκαν.

Η άρνηση της πλειοψηφίας της Δούμα να την συγκαλέσει σε σώμα, αναπληρώθηκε από την ανεπίσημη σύνοδο της Δούμα, η οποία είχε ως προσωρινό καθοδηγητικό όργανο την Προσωρινή Επιτροπή και το Σοβιέτ των Αντιπροσώπων των εργατών υπό την καθοδήγηση της Εκτελεστικής τους Επιτροπής.

Το πρωϊνό της 1ης Μαρτίου ουσιαστικά τίθενται οι βάσεις της νέας κυβέρνησης. Στις 2.30 μμ της 2ας Μαρτίου, ο Τσάρος υπέβαλε την παραίτησή και για λογαριασμό και του γιού του, διαδόχου του θρόνου, Αλέξη. Ο διάδοχος του θρόνου, και αδελφός του, Μέγας Δούκας Μιχαήλ, συμφώνησε ότι θα δεχόταν εκείνος την διαδοχή, μετά από απόφαση της Συντακτικής Συνέλευσης όταν αυτή θα εκλεγόταν. Το τελευταίο μέρος του τέλους της δυναστείας θα γραφόταν ενάμισυ χρόνο μετά στο Αικατερίνμπουρκ…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 169, Μάρτιος 2017
[1]. Ιδεολόγημα είναι η κοινωνική, πολιτική ή φιλοσοφική ιδέα· η άποψη που έχει επινοηθεί για να υποστηρίξει μια άλλη ιδέα ή κάποιο σκοπό, η οποία όμως δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.

[2]. Ιδεολογία είναι το σύστημα το οποίο κατασκευάζεται ως αποτέλεσμα της συμπαγοποιήσεως/κρυσταλλοποιήσεως ιδεών και απόψεων, οι οποίες έχουν υποστεί αλλοιώσεις και μεταβολές εξ αιτίας διαφόρων ατομικών ή ομαδικών επιδράσεων. Η ιδεολογία προκαλεί ψευδή αντίληψη και αφομοίωση των όσων πραγματικά συμβαίνουν με αποτέλεσμα την κατασκευή πλαστής συνειδήσεως στους εμπλεκόμενους με αυτήν.

[3] Οι ημερομηνίες είναι σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, δηλαδή 13 ημέρες πριν από την ισχύουσα σήμερον ημερομηνία.

ΠΗΓΗ

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;
Πατήστε για κοινοποίηση
Κρύψε την κοινοποίηση
Scroll Up