Για τη δυνατότητα θεμελίωσης μιας υλιστικής θεωρίας του Είναι, του Ευτύχη Μπιτσάκη

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισαγωγή από το αξιόλογο κι ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη Το αειθαλές δέντρο της γνώσεως που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1995 στην Αθήνα από τον εκδοτικό οίκο ΣΤΑΧΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΒΙΒΛΙΟ γράφτηκε σε σκοτεινούς καιρούς. Σκοτεινούς για τον πλανήτη μας συνολικά, περισσότερο για όσους πίστεψαν ότι η ανθρωπότητα μπορεί να υπερβεί την κτηνώδη προϊστορία και αγωνίστηκαν για να πραγματοποιηθεί αύτη ή δυνατότητα. Πράγματι, δεν είναι μόνο ή κατάρρευση αυτού πού είχε αυτοαποκληθεί «υπαρκτός σοσιαλισμός». Είναι ή συνολική πραγματικότητα και οι προοπτικές του πλανήτη, με την τάση για παγκοσμιοποίηση της κεφαλαιοκρατικής-βιομηχανικής κοινωνίας και όσων αυτή συνεπάγεται: την εξάντληση των φυσικών αποθεμάτων, τη μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, την ανεργία, την αβεβαιότητα, την αποξένωση και την καθολίκευση των ανταγωνιστικών σχέσεων ανάμεσα στα άτομα, στις τάξεις και στα έθνη.
Η πορεία των κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών διέψευσε οικτρά την αισιοδοξία των θεωρητικών της πρώιμης αστικής τάξης. Αντίστοιχα, η σημερινή πραγματικότητα φαίνεται να ακυρώνει την απελευθερωτική προοπτική του μαρξισμού.

Το βιβλίο βλέπει το φώς σε σκοτεινούς καιρούς. Και όμως, σε αντίθεση με τον ορίζοντα της εποχής, είναι βιβλίο αισιόδοξο. Γνωσιοθεωρητικά αισιόδοξο. Πώς εξηγείται η αντίφαση; Απλώς, ως προς αυτό, δεν υπάρχει αντίφαση.

Πράγματι, αποτελεί πλέον κοινοτοπία η διαπίστωση ότι τα επιτεύγματα των επιστημών και της τεχνολογίας ξεπέρασαν στον αιώνα μας, και προπαντός μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και την τολμηρότερη φαντασία. Σήμερα γνωρίζουμε πραγματικότητες διαμέτρου της τάξεως των 10-13cm, με ζωή της τάξεως των 10-23sec, με μάζα πρακτικά μηδενική. Από την άλλη, το «μάτι» μας έχει εισδύσει σε αποστάσεις της τάξεως των 12 δισ. ετών φωτός, ενώ οι θεωρίες περιγράφουν υλικές συσσωρεύσεις ασύλληπτου μεγέθους στις αχανείς εκτάσεις του σύμπαντος. Τέλος, η βιοχημεία, η μοριακή βιολογία και η γενετική αποκάλυψαν και αποκαλύπτουν τον θαυμαστό κόσμο των κυττάρων, της κληρονομικότητας και συνολικά της ζωής. Και η απαρίθμηση θα μπορούσε να συνεχιστεί από άλλους τομείς της γνώσης. Μόνο φανατικοί ή αδαείς μπορούν σήμερα να αμφισβητήσουν τις πρακτικά απεριόριστες δυνατότητες της ανθρώπινης νόησης. Η γνωσιοθεωρητική αισιοδοξία του βιβλίου βασίζεται σ’ αυτή τη διαπίστωση.

Που βρίσκεται λοιπόν η αντίφαση; Ακριβώς στα μεγαλειώδη επιτεύγματα των επιστημών και στο κυρίαρχο σκότος της αμάθειας, της πλάνης και των δεισιδαιμονιών. Και, προπαντός, ανάμεσα στις τεράστιες τεχνολογικές δυνατότητες και στη φτώχεια, στην ανεργία, στους πολέμους και στους κινδύνους για την ανθρωπότητα συνολικά, τους οποίους δημιουργεί η επιστήμη και η τεχνολογία όταν υπηρετούν το κεφάλαιο.

Μπροστά στη βάρβαρη πραγματικότητα, η επιστήμη και η φιλοσοφία μπορούν να αποτελέσουν καταφύγιο. Έναν προσωπικό χώρο γαλήνης και πνευματικής έξαρσης. Ωστόσο, πρέπει να είναι κανείς ακρωτηριασμένος ατομιστής, για να αναζητήσει κάποιο προσωπικό καταφύγιο σε μια εποχή η οποία εγκυμονεί πλανητικές καταστροφές αλλά, παρ’ όλα όσα συνέβησαν, δημιουργεί και τις «αντικειμενικές» επί του παρόντος δυνατότητες για υπέρβαση της σημερινής βαρβαρότητας.

Στόχος του βιβλίου είναι να αναδείξει συγκεκριμένα την ενότητα των επιστημών με τη φιλοσοφία. Τη δυνατότητα μιας κοσμοθεωρίας συγκροτημένης μέσα από τη φιλοσοφική καταξίωση του κεκτημένου των επιστημών. Ταυτόχρονα το βιβλίο θα επιχειρήσει να αναδείξει και να ερμηνεύσει την άνθηση του νεότερου φυσικού ιδεαλισμού και του μυστικισμού, οι όποιοι υποτίθεται ότι θεμελιώνονται στις σύγχρονες φυσικές θεωρίες. Επίσης θα επιχειρήσει να θεμελιώσει τη δυνατότητα για μια υλιστική θεωρία του Είναι, και για μια σύγχρονη διαλεκτική της φύσης ειδικότερα. Τέλος, για έναν σύγχρονο ορθολογισμό, ο οποίος θα ενσωματώνει τα βιώσιμα στοιχεία του αστικού ορθολογισμού, ενώ ταυτόχρονα θα συνιστά την ιστορική του άρνηση, τόσο γνωσιακά, όσο και από την οπτική από την οποία αντιμετωπίζει την πραγματικότητα.

Ο στόχος του βιβλίου δεν είναι «ακαδημαϊκός». Πράγματι, τόσο ή φιλοσοφική ανθρωπολογία όσο και ή πολιτική έχουν, ή οφείλουν να έχουν, μια οντολογική και γνωσιοθεωρητική θεμελίωση. Η εμβέλεια συνεπώς ενός βιβλίου, όπως το παρόν, μπορεί να υπερβαίνει το χώρο της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Να αποτελέσει πρόκληση για την οργανική συσχέτιση του «θαυμάζειν» και του «πράττειν». Για την υπέρβαση του αγνωστικισμού, του γνωσιολογικού και ηθικού σχετικισμού και, προπαντός, του κυρίαρχου σήμερα εργαλειακού λόγου.

Στη συνέχεια αυτής της Εισαγωγής θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω την ιστορικά διαφοροποιούμενη σχέση των επιστημών με τη φιλοσοφία, άρα να προσδιορίσω το γενικό πλαίσιο της προβληματικής του βιβλίου.

Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς την αντιφατική και ιστορικά διαφοροποιούμενη σχέση των επιστημών με τη φιλοσοφία -σχέση ενότητας και αντίθεσης, δημιουργικής αλληλεπίδρασης άλλα και ιδεολογικής εκμετάλλευσης. Για μία και την αυτή περίοδο, οι σχέσεις των δύο περιοχών προσδιορίζονταν όχι μόνο από το επίπεδο της ανάπτυξης των επιστημών, αλλά και από το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών και τη σκόπευση των ερευνητών, φιλοσόφων είτε επιστημόνων. Στην κάθε ιστορική περίοδο η κυρίαρχη σχέση καθοριζόταν από την ηγεμονία του ιδεαλισμού ή του υλισμού.

Είναι γνωστό ότι οι πρώτες, προφιλοσοφικές κοσμοερμηνείες ήταν μυθολογικές-ποιητικές αναπαραστάσεις του κοσμικού γίγνεσθαι και των σχέσεων του ανθρώπου με τον κόσμο. Ας θυμηθούμε, π.χ., την κοσμολογία των Ορφικών, τη Θεογονία του Ησιόδου, τους μύθους των Βαβυλωνίων, των Ινδών, των Κινέζων, των Ινδιάνων της Αμερικής ή των λαών της Μαύρης Ηπείρου. Στις δημοκρατικές πόλεις της Ιωνίας έγιναν (πάλι ως γνωστόν) οι πρώτες απόπειρες για υπέρβαση των μυθολογικών-προφιλοσοφικών κοσμοαντιλήψεων και για τη συγκρότηση ορθολογικών κοσμολογιών. Βέβαια το πέρασμα «από το μύθο στο λόγο», όπως λέγεται, ούτε στιγμιαίο ήταν ούτε οδήγησε στο «βασίλειο του καθαρού λόγου».

Η γνωσιολογική επανάσταση στην Ιωνία, η οποία είχε το αντίστοιχο της στις κοινωνικές και τις πολιτικές επαναστάσεις και στην ανατροπή της αριστοκρατίας του αίματος και του ιερατείου, σημαδεύει μια ρήξη, αλλά όχι κάποια μηχανική τομή. Πράγματι, και στις πλέον υλιστικές κοσμοερμηνείες της ελληνικής αρχαιότητας επιβιώνουν μυθολογικά στοιχεία. (Ας θυμηθούμε π.χ. τούς θεούς του Θαλή, ή του Δημόκριτου, «γαίης βλαστήματα», όπως θα έλεγαν οι ‘Ορφικοί.) Ο πρωτόγονος φυσιοκρατικός ανιμισμός, εξάλλου, αποτέλεσε τον πυρήνα απ’ οπού θα αναπτυσσόταν όχι μόνον ο υλισμός των αρχαίων, αλλά και οι ιδεαλιστικές κοσμοαντιλήψεις οι όποιες σημαδεύουν ολόκληρη την πορεία της ελληνικής φιλοσοφίας.

Η ιστορία των πρώτων φιλοσοφικών μορφωμάτων οδηγεί σε δύο συμπεράσματα: Πρώτον, ότι στις πρώιμες φιλοσοφικές κοσμοθεωρήσεις δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός των πεδίων των επιστημών και της φιλοσοφίας – η ρήξη των προσωκρατικών δεν απέκλεισε το στοιχείο της συνέχειας ανάμεσα στη μυθική και τη μετέπειτα περίοδο. Δεύτερον, ότι η φιλοσοφία προηγήθηκε ιστορικά από τις επιστήμες -οι πρώτοι επιστημονικοί κλάδοι διαμορφώθηκαν προς το τέλος της κλασικής αρχαιότητας και κυρίως κατά την Αλεξανδρινή περίοδο. Φαίνεται λοιπόν ότι το πουλί της Αθηνάς δεν πετάει το σούρουπο. Αντίθετα με το πραγματικό πουλί, πετάει την αυγή. Με λόγια περισσότερο πεζά: Η φιλοσοφία προηγήθηκε των επιστημών. Η γενική κοσμοαντίληψη από τη γνώση των επιμέρους φυσικών διεργασιών. Στους επόμενους αιώνες η σχέση έγινε περισσότερο περίπλοκη.

Η αντιφατική σχέση ενότητας και αντίθεσης των επιστημών με τη φιλοσοφία είναι ήδη ορατή στην πρώτη αυτή περίοδο της συγκρότησης του φιλοσοφικού λόγου, καθώς και των πρώτων πυρήνων των επιστημών. Οι επιστήμες δεν είχαν ακόμα αποκαθαρθεί από τα μυθολογικά και τα ιδεαλιστικά στοιχεία τα όποια ενυπήρχαν στα εννοιολογικά τους θεμέλια και επηρέαζαν το πεδίο της έρευνας, τη μορφή και την κατεύθυνσή της. Η φιλοσοφία, από την πλευρά της, ξεπερνώντας τις ασαφείς «αρχές» των Ιώνων, θα επιχειρούσε να θεμελιωθεί σε επιστημονικές διαισθήσεις, χωρίς να μπορέσει να απαλλαγεί από ανιμιστικά και άλλα στοιχεία. Αυτό π.χ. συνέβη με την αριθμοθεωρία των Πυθαγορείων, με την ιδεοκρατία του Πλάτωνα, αλλά και με τον υλισμό του Δημόκριτου, ο οποίος δεχόταν την ύπαρξη των θεών, έστω και αν τους θεωρούσε δημιουργήματα και όχι δημιουργούς της Φύσης.

Συνεπώς, στη φάση της συγκρότησης τους, οι επιστήμες θεμελιώθηκαν συχνά σε οντολογικές-μεταφυσικές παραδοχές. Οι «επιστημονικές ήπειροι» δεν αναδύθηκαν από τον Ωκεανό της Ιδεολογίας αμόλυντες, καθαρές μορφές της διαμορφωνόμενης ορθολογικότητας. Τέλος, από την αρχαιότητα είχε αρχίσει να διαφαίνεται και μια άλλη πλευρά της περίπλοκης σχέσης επιστημών και φιλοσοφίας: οι επιστήμες είχαν αρχίσει από τότε να κατατρώγουν το πεδίο της φιλοσοφίας, στο βαθμό που έδιναν εξωφιλοσοφικές απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα.

Οι αρχαίες δουλοκτητικές δημοκρατίες είχαν μια ανεκτική στάση απέναντι στις αντιλήψεις πού συγκρούονταν με τις κυρίαρχες λαϊκές δοξασίες. Αυτό βέβαια δεν είναι απόλυτο. Ο Αρίσταρχος, ως γνωστόν, κατηγορήθηκε για άθεος, ο Πρωταγόρας διώχτηκε για ασέβεια, ο Σωκράτης θανατώθηκε, αλλά στην περίπτωση του τα αίτια ήταν κυρίως πολιτικά 1. Τόσο στην Ιωνία όσο και στην Κάτω Ιταλία, αλλά και στην καθαυτό Ελλάδα, οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις συνοδεύονταν από συγκρούσεις στο πεδίο της ιδεολογίας.

Με την κατάρρευση του αρχαίου κόσμου, αντίθετα, χάθηκε και η σχετική ανοχή απέναντι στις ετερόδοξες αντιλήψεις. Ανώτερη μορφή αλήθειας αναγορεύτηκε τώρα ή θεολογική -η εξ αποκαλύψεως αλήθεια των Γραφών. Σ’ αυτήν έπρεπε τώρα να υποταχθεί η εγκόσμια γνώση -επιστημονική είτε φιλοσοφική. Και είναι γνωστό ότι, παρά τις απόπειρες των νομιναλιστών κατά τον ύστερο Μεσαίωνα να οριοθετήσουν την εγκόσμια από την υπερβατική γνώση με τη θεωρία της διπλής αλήθειας, η Εκκλησία, όχι μόνο κατά τον Μεσαίωνα, αλλά και μέχρι την εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης και μετά, μέχρι την εποχή του Γαλιλαίου, καταδίωξε όλους εκείνους που αμφισβήτησαν το κλειστό σύμπαν της χριστιανικής θεολογίας.
Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι κατά την περίοδο του Μεσαίωνα, παράλληλα με τη θεολογία, αναπτύχθηκε κυρίως η Λογική, η οποία υπηρετούσε τις σχολαστικές αναλύσεις των αρχαίων κειμένων και τις επίσης σχολαστικές θεολογικές συζητήσεις, τα επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού, συνολικά την κυρίαρχη θρησκευτική κοσμοαντίληψη.

Η σχέση της εγκόσμιας γνώσης (επιστήμης και φιλοσοφίας) με την κυρίαρχη θεολογική σκέψη ήταν μια άνιση σχέση υποταγής. Εντούτοις, ήδη από τον 13ο αιώνα, τα κινήματα του νομιναλισμού και στη συνέχεια του εμπειρισμού, στρέφοντας το βλέμμα στη γήινη, υπαρκτή πραγματικότητα, είχαν αρχίσει να υποσκάπτουν την κυρίαρχη κοσμοαντίληψη, χωρίς βεβαίως να αμφισβητούν ρητά την αυθεντία της Εκκλησίας.

Η αντίθεση της εγκόσμιας γνώσης με την εξ αποκαλύψεως οξυνόταν με το πέρασμα του χρόνου. Αλλά ενώ οι αναπτυσσόμενες από τον ύστερο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση επιστήμες ήταν ασύμβατες με τη μεσαιωνική κοσμοεικόνα, η φιλοσοφία δεν συγκρουόταν πάντοτε και με συνέπεια με τη θεολογία. Εξάλλου, στη μακρά αυτή περίοδο, εκτός από τις ιδέες του νομιναλισμού και του εμπειρισμού, στην Ευρώπη κυκλοφορούσαν νεοπυθαγόρειες και νεοπλατωνικές αντιλήψεις, και έβρισκαν γόνιμο έδαφος μυστικιστικές ιδέες όπως ο ερμητισμός, καθώς και διάφορες ανατολικές δοξασίες.

Τέλος, η Μεταφυσική αναπτύχθηκε παράλληλα με τις επιστήμες και συχνά από σοφούς που ήταν οι ίδιοι δημιουργοί επιστημών. Ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Καρτέσιος, ο Κέπλερ, ο Νεύτων, ήταν οι επαναστάτες δημιουργοί της νεότερης ευρωπαϊκής επιστήμης. Ήταν επιστημολογικά ρεαλιστές, πίστευαν δηλαδή στην αντικειμενική ύπαρξη της φύσης, στον νομοτελειακό χαρακτήρα της και στην ικανότητα της ανθρώπινης διάνοιας να γνωρίσει τους νόμους της. Εντούτοις, με εξαίρεση ίσως τον Γαλιλαίο, όλοι οι δημιουργοί της φυσικής (Μηχανικής, Ουράνιας Μηχανικής, Οπτικής) ήταν φορείς της κυρίαρχης θρησκευτικής ιδεολογίας. Το έργο τους συγκρουόταν με τη μεσαιωνική κοσμοεικόνα.

Ωστόσο ο μηχανιστικός ρεαλισμός τους μπορούσε να συμφιλιωθεί με το Δόγμα, το οποίο τελικά ενσωμάτωσε και αξιοποίησε ιδεολογικά τα δεδομένα της επιστήμης και ειδικά της Ουράνιας Μηχανικής. Η περίπτωση του Νευτώνειου προτύπου είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό.

Από την εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, και κυρίως από τον 17ο αιώνα, οι φυσικές επιστήμες αναπτύσσονταν στο πλαίσιο της φεουδαρχικής κοινωνίας διαποτισμένες από τη θεοκρατική κοσμοαντίληψη. Αλλά η ανάπτυξη των επιστημών συνδεόταν οργανικά με την άνοδο της αστικής τάξης και την ωρίμανση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος θα οδηγούσε τελικά στην εξάρθρωση της φεουδαρχικής κοινωνίας. Οι εσωτερικές αντιθέσεις της όψιμης φεουδαρχίας και οι αντιφάσεις του διαμορφωνόμενου αστικού εποικοδομήματος εκφράστηκαν διαμεσολαβημένα στις αντιφάσεις του γίγνεσθαι των επιστημών και των σχέσεών τους με τη φιλοσοφία.

Πράγματι, οι αναπτυσσόμενες φυσικές επιστήμες υπέσκαπταν το φεουδαρχικό εποικοδόμημα. Η αναβίωση της ατομικής υπόθεσης, το ηλιοκεντρικό σύστημα, η ανακάλυψη μορφών ζωής πού είχαν εξαφανιστεί, κλπ., συγκρούονταν με το Αριστοτελικό-Πτολεμαϊκό-Θεολογικό πρότυπο. Αλλά οι επιστήμες δεν θεμελιώνονται χωρίς ρητές ή άρρητες οντολογικές προκείμενες.

Και, όπως θα δούμε στο τρίτο κεφάλαιο, η κυρίαρχη θεολογική μεταφυσική θεμελίωσε οντολογικά (ή επικάλυψε) το έργο όλων σχεδόν των δημιουργών της νεότερης επιστήμης: του Κοπέρνικου, του Καρτέσιου, του Κέπλερ, του Νεύτωνα κλπ. Με μια αντίστροφη διαδικασία, η Μεταφυσική άντλησε από τις αναπτυσσόμενες επιστήμες και συγκρότησε νέα συστήματα, τα όποια επιχειρούσαν να συμφιλιώσουν την αναδυόμενη αστική κοσμοαντίληψη με την κυρίαρχη θεολογία (Καρτέσιος, Λάιμπνιτς, Νεύτων, Μαλεμπράνς, Πασκάλ κλπ.)

Η προηγούμενη ήταν η μία όψη της αλληλεπίδρασης των επιστημών με τη θεολογία και τη φιλοσοφία. Αλλά στην Αγγλία, λίκνο του νομιναλισμού, αναπτύχθηκε το ρεύμα του εμπειρισμού (Φράνσις Μπέηκον, 1561-1626· Τόμας Χόμπς, 1588-1679· Τζών Λόκ, 1632-1704· Ντέηβιντ Χιούμ, 1711-1776), το οποίο, με τον ασυνεπή υλισμό ή τον αγνωστικισμό του, συγκρότησε την πρώτη, κατά το δυνατόν συνεπή αστική κοσμοαντίληψη, σε αρμονία με τις φυσικές επιστήμες. Έναν αιώνα αργότερα, ο δημιουργός της πρώτης κοσμογονικής θεωρίας, ο Γάλλος Λαπλάς, «δεν θα είχε ανάγκη» από την έννοια του Θεού για το κοσμολογικό του σύστημα.

Εντούτοις η κλασική επιστήμη δεν οδήγησε και δεν μπορούσε να οδηγήσει σε μια συνεπή υλιστική και εξελικτική εικόνα του κόσμου. Κι αυτό επειδή -εκτός από τα κοινωνικά αίτια- οι οντολογικές παραδοχές της Μηχανικής επηρέασαν αποφασιστικά την εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης, προς δύο κατευθύνσεις: 1) Προς τη δημιουργία συστημάτων στα οποία οι νέες επιστημονικές ανακαλύψεις και θεωρίες τροφοδοτούσαν μια μηχανιστική-θεολογική κοσμοαντίληψη. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Καρτέσιου με τον περίφημο δυϊσμό της άυλης ψυχής και του σώματος-μηχανής, όπως και η μηχανιστική-θεολογική αντίληψη του Νεύτωνα για το Σύμπαν. Τον φεουδάρχη-Θεό αντικαθιστούσε τώρα ο Θεός Μηχανικός-Αρχιτέκτων. 2) Προς έναν υλισμό ο οποίος αδυνατούσε να ερμηνεύσει με συνέπεια την τεράστια κοσμική μηχανή, καθώς και την ύπαρξη έμβιων όντων και της ανθρώπινης νόησης.

Όπως έγραφε ό Ένγκελς, η νεότερη επιστήμη, επαναστατική στο ξεκίνημά της, κατέληξε προς τα τέλη του 18ου αιώνα να διαμορφώσει μια στατική εικόνα του σύμπαντος: Συμπαγή και αναλλοίωτα άτομα, αυθύπαρκτα (Δημόκριτος-Λαπλάς) ή δημιουργημένα από τον Θεό (Νεύτων), απόλυτος, άπειρος ευκλείδειος χώρος ανεξάρτητος από την ύλη (αισθητήριο του Θεού κατά τον Νεύτωνα), σταθερό πλανητικό σύστημα, είδη που παρέμειναν αναλλοίωτα από την εποχή της Δημιουργίας ή από την τελευταία καταστροφή, κλπ.

Οι σχέσεις επιστημών και φιλοσοφίας δεν ήταν (και δεν είναι) απλές σχέσεις, αμοιβαίου έστω καθορισμού, καθώς διαμεσολαβούνται από τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και το ιδεολογικό εποικοδόμημα. Έτσι, π.χ., η πίστη έγινε συχνά καταλύτης για την επιστημονική έρευνα (π.χ. Κοπέρνικος, Κέπλερ, Νεύτων).

Οι νέες όμως πραγματικότητες υπέσκαπταν τα θεμέλια της πίστης και τροφοδοτούσαν ένα ισχυρό φυσιοκρατικό και υλιστικό ρεύμα. Η πίστη θεμελίωνε τον επιστημονικό ρεαλισμό, ενώ ταυτόχρονα τον εξαρτούσε από ένα εξωφυσικό, άυλο Όν. Η πίστη, πού είχε αποτελέσει κίνητρο για την επιστημονική προσπάθεια, έγινε συχνά επιστημολογικό εμπόδιο, όπως συνέβη π.χ. στην εποχή του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου ή στην περίπτωση της δαρβινικής θεωρίας. Οι επιστημονικές ανακαλύψεις εξάλλου θεμελίωσαν τον νεότερο υλισμό. Όμως ο υλισμός αυτός, μηχανιστικός και εγκλωβισμένος στη στενότητα της αστικής οπτικής, δεν ήταν κατά κανόνα «συνεπής». Ειδικότερα, δεν μπορούσε να συλλάβει με συνέπεια το κοσμικό γίγνεσθαι.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, το κοσμογονικό σύστημα των Κάντ-Λαπλάς είχε δημιουργήσει το πρώτο ρήγμα στην απολιθωμένη εικόνα της Φύσης. Όμως ή μηχανιστική κοσμοαντίληψη συνολικά, η οποία διαμορφώθηκε κυρίως με βάση τις αρχές της Μηχανικής, ήταν ασύμβατη με τις έννοιες της ποιότητας, της εξέλιξης, του ποιοτικού μετασχηματισμού, των ποιοτικά διαφορετικών επιπέδων οργάνωσης της ύλης.

Σύμφωνα με τον εγγενή αναγωγισμό του μηχανικισμού, τα πάντα θα μπορούσαν να αναχθούν σε συνδυασμούς ατόμων τα όποια αλληλεπιδρούν με τις υποθετικές δυνάμεις νευτώνειου τύπου (αλληλεπιδράσεις με άπειρη ταχύτητα). Ο ρεαλισμός του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα και γενικά των δημιουργών της πρώιμης φυσικής και η αντίληψη του Σύμπαντος από τον Λαπλάς ως ενιαίας Ολότητας η οποία παντού διέπεται από τους ίδιους φυσικούς νόμους, δεν οδήγησαν στην υπέρβαση του άκαμπτου μηχανικισμού. Η έννοια της κοσμογένεσης δεν μπορούσε ακόμα να υιοθετηθεί με συνέπεια από τις φυσικές επιστήμες.

Εντούτοις η εικόνα του Σύμπαντος-Μηχανής είχε αρχίσει να αποτελεί αναχρονισμό στις πρώτες δεκαετίες και προς τα μέσα του 19ου αιώνα. Το κοσμογονικό σύστημα του Λαπλάς, η ανακάλυψη της αλληλομετατροπής των μορφών της ενέργειας και η δημιουργία της θερμοδυναμικής, η ανακάλυψη του κυττάρου και η διαμόρφωση της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών, τέλος η θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού προς τα μέσα του 19ου αιώνα και η ανακάλυψη της ραδιενέργειας προς το τέλος του, ήταν οι κυριότερες ανακαλύψεις που ανέδειξαν τα όρια του μηχανικισμού και αποτέλεσαν τη βάση της νέας επιστημονικής κοσμοεικόνας.

Η Διαλεκτική ήρθε λοιπόν να καταλάβει το θρόνο της ξεπερασμένης Μεταφυσικής, υλιστικής είτε ιδεαλιστικής; Ήδη ο Χέγκελ είχε διαμορφώσει ένα μεγαλειώδες διαλεκτικό σύστημα, στη βάση ενός ιδεαλισμού που συνιστούσε, οριακά, την έσωθεν αυτοαναίρεση του. ‘Αλλά, όπως γνωρίζουμε από τα Εγχειρίδια, ο Μαρξ και ο Ένγκελς έστησαν τη Διαλεκτική στα πόδια της, αποκάλυψαν τον ορθολογικό της πυρήνα κάτω από τον μεταφυσικό φλοιό, κλπ., και έκτοτε όλα πήγαν καλά «στον καλύτερο των δυνατών κόσμων». Βέβαια τα πράγματα είναι μάλλον διαφορετικά.

Ο Ένγκελς, σε μια αντιμεταφυσική έξαρση, είχε προαναγγείλει, με το Αντι-Ντύρινγκ, το τέλος της Μεταφυσικής, προφητεύοντας ότι από ολόκληρη την παλαιά φιλοσοφία δεν παραμένει πλέον, σε ανεξάρτητη κατάσταση, παρά μόνο η θεωρία της νόησης και των νόμων της, η τυπική και η διαλεκτική λογική. Όλα τα άλλα θα διαλύονταν στη θετική επιστήμη της φύσης και της κοινωνίας.

Ειδικά, κατά τον Ένγκελς, ο νεότερος υλισμός «δεν ήταν πλέον φιλοσοφία, αλλά απλή κοσμοθεώρηση». (Τι σημαίνει όμως αυτή ή φράση;) Ο Ένγκελς ανήγγειλε το τέλος της Μεταφυσικής και της Φιλοσοφίας γενικότερα. Όμως ο ίδιος έγραψε τη Διαλεκτική της Φύσης. Ασυνέπεια ή ασάφεια στη γλώσσα; Και πέρα απ’ αυτό; Η Μεταφυσική όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά ανανεώθηκε έκτοτε με νέες μορφές, επιζεί πάντα και αποτελεί κυρίαρχη μορφή του φιλοσοφείν μέχρι και στις μέρες μας. Η επιστημονική πρόοδος μόνη δεν αρκεί για να διαλύσει «τα σκοτάδια της Μεταφυσικής» σ’ έναν κόσμο ο οποίος εκκρίνει την πλαστή συνείδηση της πραγματικότητας ως φυσιολογικό προϊόν.

Από την εποχή του Ένγκελς, η ιδεαλιστική μεταφυσική εμφανίστηκε με εκσυγχρονισμένες ή και νέες μορφές. Κατ’ αρχήν, ή ίδια η επιστημονική πρόοδος (σχετικότητα και μικροφυσική) τροφοδότησε, όπως θα δούμε, ένα νέο κύμα ενεργητισμού και αντιυλισμού, το όποιο στηρίχτηκε σε μια στρεβλή ερμηνεία των νέων δεδομένων (των σχέσεων ύλης και ενέργειας, της νέας, δυναμικής μορφής του άτομου και των μικροσωματίων, των νέων, δυναμικών σχέσεων ύλης και χωροχρονικού πλαισίου, της νεότερης εξελικτικής επιστημολογίας κλπ.). Αλλά δεν ήταν μόνο ό νέος φυσικός ιδεαλισμός.

Η μεταφυσική ανανεώθηκε γενικότερα, με βάση τα νέα επιστημονικά δεδομένα, σε μια περίοδο κρίσης της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Ο νεοθωμισμός, ο ύπαρξισμός και ο περσοναλισμός, περισσότερο ανθρωπολογικές φιλοσοφίες, ενώ δεν στηρίχτηκαν κυρίως στις φυσικές επιστήμες, εντούτοις ενσωμάτωσαν επιχειρήματα και από το δικό τους πεδίο. Όμως η φαινομενολογία, δημιούργημα ενός διαπρεπούς μαθηματικού και λογικού, του Έντμοντ Χούσσερλ ( 1859-1938 ), αξίωνε για τον εαυτό της το status αυστηρής επιστήμης.

Και τέλος, και προπαντός, ο θετικισμός, με τις μεταλλαγές του μέσα στο χρόνο, έκπτωτη μορφή του αστικού προδιαλεκτικού υλισμού, όχι μόνο εμφανίστηκε ως η επιστημονική φιλοσοφία του αιώνα μας, αλλά και διακήρυξε την έλλειψη νοήματος ολόκληρης της φιλοσοφικής παράδοσης.
Βέβαια η θετικιστική φιλοσοφία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μεταφυσική -πολύ περισσότερο πού εμφανίζεται ως η ριζική άρνησή της. Ωστόσο ο θετικισμός, με αφετηρία τον εμπειρισμό του Χιούμ και σε συνέχεια τον εμπειριοκριτικισμό του Αυστριακού φυσικού και φιλόσοφου Ε. Μάχ (1838-1916), μεταλλάχθηκε, μέσα από μια διαδικασία «αφυλοποίησης», σε «λογικό» θετικισμό, σε συνέχεια σε αναλυτική φιλοσοφία, για να καταλήξει σε έναν στείρο νεοσχολαστικισμό με τη φιλοσοφία της γλώσσας.

Το πέρασμα από τούς στατικούς στους δυναμικούς φυσικούς νόμους και συνολικότερα η ανάδυση διαλεκτικών σχέσεων μέσα από το γίγνεσθαι των επιστημών, ούτε στο θάνατο της μεταφυσικής οδήγησε, ούτε στη βασιλεία του ορθού λόγου, ούτε στην ιδεολογική ηγεμονία του υλισμού. Το γεγονός οφείλεται και σε γνωσιολογικά και σε κοινωνικά αίτια και τα αίτια αυτά διαπλέκονται σε ένα αντιφατικό και ιστορικά μεταβαλλόμενο όλον. Η αδιαφάνεια των κοινωνικών σχέσεων αποτελεί τη βάση της πλάστης συνείδησης της πραγματικότητας.

Η αστική φιλοσοφία, «αλλοτριωμένη συνείδηση ενός αλλοτριωμένου κόσμου» (Μάρξ), αξιοποιεί φιλοσοφικά τα επιστημονικά δεδομένα, εντάσσοντάς τα στο πλαίσιο της πλάστης συνείδησης της πραγματικότητας και μετατρέποντάς τα σε κινητήρια δύναμη του ιδεολογικού εποικοδομήματος. Η κυρίαρχη ιδεολογία κάθε κοινωνίας είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης (Μάρξ).

Ο ιδεαλισμός συνεπώς συνέχισε να ηγεμονεύει στο χώρο της Φιλοσοφίας, διαψεύδοντας τον πρώιμο αστικό επιστημονισμό. Η υπέρβαση της πλάστης συνείδησης, παρά ταύτα, δεν είναι ανέφικτη. Ο μαρξισμός αποτέλεσε την πιο ολοκληρωμένη άρνηση της αστικής κοινωνίας και των ιδεολογικών μορφών που της αντιστοιχούν. Αλλά η πορεία του μαρξισμού, και ειδικότερα του διαλεκτικού υλισμού, ήταν μια πορεία αντιφατική, πού καθορίστηκε ως ένα βαθμό κατά τα τελευταία έτη από την κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος.

Σήμερα ο μαρξισμός, και ειδικά η υλιστική αντίληψη της πραγματικότητας, βρίσκεται σε άμυνα και σε κρίση. Δεν είναι μόνο η ηγεμονία του ιδεαλισμού και του θετικισμού. Η κρίση του εργατικού κινήματος είχε τις ρίζες της και στην ανεπάρκεια της θεωρίας. Με τη σειρά της επέδρασε αναδραστικά στη θεωρία, οξύνοντας την κρίση της.
Σήμερα πολλοί πού αυτοπροσδιορίζονται μαρξιστές αρνούνται τη νομιμότητα του διαλεκτικού υλισμού και της διαλεκτικής της φύσης και περιορίζουν το μαρξισμό στην οικονομική ή στην πολιτική συνιστώσα του. Το ειρωνικό DIA-MAT χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μια φιλοσοφία που για πολλούς είναι κάκιστο προϊόν της δογματικής, αν όχι της θεολογικής σκέψης.

Η σχέση των επιστημών με τη φιλοσοφία είναι μια ιστορικά μεταβαλλόμενη σχέση ενότητας και αντίθεσης. Η σχέση υλισμού και ιδεαλισμού είναι μια άνιση σχέση: ο ιδεαλισμός ηγεμονεύει σε όλες τις ταξικές κοινωνίες, ως η ανώτερη μορφή της ιδεολογίας. Σήμερα, τα «σύννεφα σκόνης» τα όποια καλύπτουν την κεφαλαιοκρατική πραγματικότητα, είναι περισσότερο αδιαφανή από ποτέ. Κάτω από τον «προστατευτικό» τους ίσκιο θάλλει το στείρο δέντρο του ιδεαλισμού.

Αλλά η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Η διαφάνεια νέων κοινωνικών σχέσεων θα εκφραστεί στη γόνιμη αλληλεπίδραση των επιστημών με τη φιλοσοφία. Ωστόσο η δημιουργία διάφανων κοινωνικών σχέσεων προϋποθέτει την ηγεμονία της υλιστικής φιλοσοφίας. Το πώς είναι δυνατόν να σπάσει ό φαύλος κύκλος είναι ένα ερώτημα το όποιο βρίσκεται έξω από την προβληματική αυτού του βιβλίου.

Σημείωσα στην αρχή ότι μια από τις αντιφάσεις της εποχής μας είναι η αντίφαση ανάμεσα στη θυελλώδη ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας και τον πολιτικό, ηθικό και γνωσιολογικό πεσιμισμό που τροφοδοτήθηκε από την κρίση των κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών και την αποτυχία του πρώτου σοσιαλιστικού πειράματος.

Εντούτοις ο γνωσιολογικός πεσιμισμός δεν είναι δύσκολο να αναιρεθεί, τουλάχιστον στο χώρο των φυσικών επιστημών. Η ενότητα της γνώσης αναδύεται μέσα από τη διαφορότητα των επιστημών. Η συγκρισιμότητα των φυσικών θεωριών και ο διυποκειμενικός χαρακτήρας της αλήθειας δεν οφείλονται σε κάποια a priori ενότητα της συνείδησης. Η ενότητα της συνείδησης αντιστοιχεί στην ενότητα της φύσης και η ενότητα της φύσης εδράζεται στην υλική της υπόσταση.

Η γνώση των επιμέρους νομοτελειών και η γνώση των γενικότερων χαρακτηριστικών μιας διαλεκτικής και υλιστικής θεωρίας του Είναι δεν αρκεί για τη γνώση του κοινωνικού Είναι και για τον πρακτικό μετασχηματισμό του. Εντούτοις η Διαλεκτική της Φύσης συνιστά το υπόβαθρο της Διαλεκτικής της Ιστορίας. Εξ ου και από μια άλλη άποψη, και σε τελευταία ανάλυση, η πολιτική λειτουργία της θεωρίας του Είναι και της θεωρίας της γνώσης του μαρξισμού.

Υποσημειώσεις

1. Αξίζει να αναφερθούμε στην περίπτωση του Δημόκριτου και του Επίκουρου. Και οι δύο έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στην εποχή τους. Αλλά, κατά τον Λουκιανό, ο Αλέξανδρος ή Ψευδομάντης προηγήθηκε του Χίτλερ: «Εύρων γαρ τας του Επικούρου κυρίας δόξας, το κάλλιστον ως οισθα των βιβλίων και κεφαλαιωδώς περιέχων τας τ’ ανδρός σοφίας και δόγματα, κομίσας εις την αγοράν μέσην έκαυσεν επί ξύλων συκίνων, ως δήθεν αύτόν καταφλέγων, και την σποδόν εις την θάλασσαν έξέβαλεν. Έτι και χρησμόν άποφθεξάμενον: πυρπολέων κέλομαι τας δόξας, αλαοιο γέροντος». Επίσης , κατά τον Διογένη τον Λαέρτιο, φαίνεται ότι και ό Πλάτων θέλησε να κάψει τα συγγράμματα του Δημόκριτου, ώστε να μη φανούν τα δάνεια του από το έργο του μεγάλου ‘Αβδηρίτη. Είναι συνεπώς τυχαίο ότι όλα τα συγγράμματα του Δημόκριτου έχουν χαθεί;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

ΠΗΓΗ:http://tsak-giorgis.blogspot.com 

Σας άρεσε αυτό το άρθρο;
Πατήστε για κοινοποίηση
Κρύψε την κοινοποίηση
Scroll Up